Μπες και Δες

Δεν είναι πάντα στη ζωή μας απαραίτητα τα χρήματα, μπορούμε να προσφέρουμε στον συνάνθρωπό μας και με λίγη καλή θέληση. Χρήματα μπορεί να μην υπάρχουν, όμως πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα χαρίσουν λίγα χαμόγελα… Μάθε για την ομάδα μας … Βοήθησε και εσύ ……

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Λόγος κατηχητήριος επί τη ενάρξει της Αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΑΡ’ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ


«Περιχαρῶς δεξώμεθα πιστοί, τὸ θεόπνευστον διάγγελμα τῆς νηστείας».

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν παρατηρεῖται μία ἔξαρσις ἀνησυχιῶν. Πολλὰ προβλήματα ἀναφύονται. Ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ ζητεῖ βοήθειαν. Διερχόμεθα πράγματι μίαν γενικωτέραν δοκιμασίαν. Ἄλλοι τὴν ὀνομάζουν ὕφεσιν οἰκονομικήν, ἄλλοι κρίσιν πολιτικήν. Δι᾿ ἡμᾶς εἶναι ἐκτροπὴ πνευματική. Καὶ ὑπάρχει θεραπεία. Πολλαὶ λύσεις δίδονται καὶ ἀπόψεις ἀκούγονται. Ἀλλὰ τὰ προβλήματα παραμένουν. Ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἐγκαταλελειμμένος καὶ μόνος. Ἀγνοεῖται ἡ βαθυτέρα φύσις του. Παραμένει εἰς τὴν κατήφειαν τῆς ἀσαφείας καὶ τῆς ἀπογνώσεως.
Αἱ προτεινόμεναι λύσεις, ὁποιανδήποτε κατεύθυνσιν ἢ ἔκβασιν καὶ ἂν ἔχουν, δὲν λυτρώνουν τὸν ἄνθρωπον, διότι ἐκ προοιμίου τὸν ἀφήνουν δέσμιον τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, ὁ ἐλευθερωτὴς τῶν ψυχῶν ἡμῶν. Εἰσερχόμενος ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας εἰσέρχεται εἰς τὸ κλῖμα τῆς θείας παρακλήσεως, τῆς συμφιλιώσεως τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Ἔρχεται εἰς τὰ ἴδια. Ἠρεμεῖ τὸ πνεῦμα του. Εὑρίσκει ἕν οὐράνιον κάλλος καὶ μίαν ὡριμότητα πνευματικὴν «εὐωδίας ἐνθέου πληροῦσαν πέρατα κόσμου».Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει ὅλα ὅσα ὑποφέρομεν. Καὶ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ. Μᾶς καλεῖ εἰς μετάνοιαν. Δὲν ὡραιοποιεῖ τὸ ψεῦδος οὔτε ἀποκρύπτει τὰ δεινά. Λέγει ὅλην τὴν ἀλήθειαν. Καὶ προτρέπει τὸν ἄνθρωπον νὰ ἀντικρύσῃ τὴν πραγματικότητα ὡς ἔχει. Νὰ συνειδητοποιήσωμεν ὅτι εἴμεθα γῆ καὶ σποδός.
Εἰς τὸν Μέγαν Κανόνα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου γίνεται λόγος διὰ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τὸν κλαυθμὸν τοῦ πένθους, τὸν πόνον τῶν τραυμάτων. Ἀλλὰ ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάπαυσις τῆς ψυχῆς καὶ ἡ ὑγεία τοῦ πνεύματος. Ὑπάρχει ὁ Πλάστης καὶ Σωτὴρ ἡμῶν. Ἐκεῖνος διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους Του μᾶς ἐτοποθέτησεν εἰς τὸ μεθόριον τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς θνητότητος. Δὲν μᾶς ἐγκατέλειψεν. Ἦλθε καὶ μᾶς ἔσωσε. Κατέλυσε τῷ Σταυρῷ Του τὸν θάνατον. Ἐχαρίσατο ἡμῖν τὴν ἀφθαρσίαν τῆς σαρκός.
Ἐφ᾿ ὅσον εἴμεθα σύμφυτοι τοῦ Χριστοῦ, διατὶ ταρασσόμεθα ματαίως;Διατὶ δὲν προστρέχομεν εἰς Αὐτόν; Ἡ Ἐκκλησία δὲν σχολιάζει τὴν φθορὰν οὔτεμᾶς ἐγκαταλείπει εἰς αὐτήν. Γνωρίζει τὰς βαθυτέρας ἐφέσεις τοῦ ἀνθρώπου καὶἔρχεται ὡς ἀρωγὸς καὶ λυτρωτὴς ἡμῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην τῆς τροφῆς. Ἀλλ᾿ «οὐκἐπ᾿ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4). ῎Εχομεν ἀνάγκην τῆςπνευματικῆς κατανοήσεως, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἀσώματοι. Εἰς τὴν Ἐκκλησίανεὑρίσκομεν τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς καὶ τῆς κατανοήσεως ὡς θεανθρωπίνηνἰσορροπίαν. Μακρὰν τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἐξαχρειοῦται καὶ διαφθείρεται. Ἐκεῖὅπου ἀφθονοῦν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ θεοποιεῖται ἡ σπατάλη, εὐδοκιμοῦν οἱπειρασμοὶ τῶν σκανδάλων καὶ ἡ σύγχυσις τῆς σκοτώσεως.
Ἐκεῖ ὅπου μὲ δέος ζῇ ὁ ἄνθρωπος καὶ δέχεται τὰ πάντα μὲ εὐχαριστίαν καὶεὐγνωμοσύνην, ὅλα ἁγιάζονται. Τὸ ὀλίγον εὐλογεῖται ὡς ἀρκετόν, καὶ τὸφθαρτὸν ἐνδύεται τὴν αἴγλην τῆς ἀφθαρσίας. Ἀπολαμβάνει ὁ ἄνθρωπος τὸπρόσκαιρον ὡς δῶρον Θεοῦ. Καὶ τρέφεται μὲ τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης ζωῆςἀπὸ σήμερον. Ὄχι μόνον λύνονται τὰ προβλήματα, ἀλλὰ καὶ οἱ πόνοι τῶν δοκιμασιῶν μεταβάλλονται εἰς δύναμιν ζωῆς καὶ ἀφορμὴν δοξολογίας. Ὅταν αὐτὸ συμβῇ ἐντὸς ἡμῶν∙ ὅταν ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκῃ τὴν προσωπικήν του ἀνάπαυσιν καὶ σωτηρίαν διὰ τῆς παρακαταθέσεως τῶν πάντων Χριστῷ τῷ Θεῷ, τότε φωτίζεται ὁ νοῦς του. Γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν κόσμον ὅλον. Ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Δυνατοῦ. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸν ἴδιον τὸν πιστὸν στηρίζει. Καὶ μεταδίδεται δι᾿ ἀοράτου ἀκτινοβολίας ὡς ἐνίσχυσις πρὸς ὅλους τοὺς πεινῶντας καὶ διψῶντας τὴν ἀλήθειαν.
Ὁ κόσμος ὅλος ἔχει ἀνάγκην τῆς σωτηρίας ἀπὸ τὸν Δημιουργὸν καὶ Πλάστην του. Ὁ κόσμος ὅλος ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ τὴν παρουσίαν τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν Ἁγίων. Ἂς εὐχαριστήσωμεν τὸν Κύριον καὶ Θεὸν ἡμῶν δι᾿ ὅλας τὰς εὐεργεσίας Του, καὶ διὰ τὴν παροῦσαν περίοδον τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς.
Ἰδοὺ καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ καιρὸς μετανοίας.
Εἴθε νὰ διαπλεύσωμεν τὸ τῆς Νηστείας πέλαγος διὰ συντριβῆς καὶ ἐξομολογήσεως, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἄληκτον χαρὰν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸν Ὁποῖον πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ,βιβ´
+ Ὁ ΚωνσταντινουπόλεωςΒαρθολομαῖος
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

H Μεγάλη Σαρακοστή. Η πορεία προς το Πάσχα



Όταν κάποιος ξεκινάει για ένα ταξίδι θα πρέπει να ξέρει που πηγαίνει. Αυτό συμβαίνει και με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω απ' όλα η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδιπου προορισμός του είναι το Πάσχα, «η Εορτή Εορτών». Είναι η προετοιμασία για την «πλήρωση του Πάσχα, που είναι η πραγματική Αποκάλυψη».Για το λόγο αυτό θα πρέπει να αρχίσουμε με την προσπάθεια να καταλάβουμε αυτή τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη Σαρακοστή και το Πάσχα, γιατί αυτή αποκαλύπτει κάτι πολύ ουσιαστικό και πολύ σημαντικό για τη Χριστιανική πίστη και ζωή μας.

Αραγε είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε ότι το Πάσχα είναι κάτι πολύ
περισσότερο από μια γιορτή, πολύ πέρα από μια ετήσια ανάμνηση ενός
γεγονότος που πέρασε; Ο καθένας που, έστω και μια μόνο φορά, έζησε
αυτή τη νύχτα «τη σωτήριο, τη φωταυγή και λαμπροφόρο», που γεύτηκε
εκείνη τη μοναδική χαρά, το ξέρει αυτό.

Αλλά τι είναι αυτή η χαρά; Γιατί ψέλνουμε στην αναστάσιμη
λειτουργία: «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα
καταχθόνια»; Με ποια έννοια «εορτάζομεν» - καθώς ισχυριζόμαστε ότι
το κάνουμε - «θανάτου την νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν άλλης βιοτής
της αιωνίου απαρχήν...»;

Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις η απάντηση είναι: η νέα ζωή η οποία πριν
από δυο χιλιάδες περίπου χρόνια «ανέτειλεν εκ του τάφου»,
προσφέρθηκε σε μας, σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο Χριστό. Μάς
δόθηκε τη μέρα που βαπτιστήκαμε, τη μέρα δηλαδή που όπως λέει ο Απ.
Παύλος: «...συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον
θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του
πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4).
[...]

Μήπως όμως δε χάνουμε πολύ συχνά και δεν προδίνουμε αυτή τη «νέα
ζωή» που λάβαμε σαν δώρο, και στην πραγματικότητα ζούμε σαν να μην
αναστήθηκε ο Χριστός και σαν να μην έχει νόημα για μάς αυτό το
μοναδικό γεγονός; Και όλα αυτά εξαιτίας της αδυναμίας μας, της
ανικανότητάς μας, και ζούμε σταθερά με «πίστη ελπίδα και αγάπη» στο
επίπεδο εκείνο που μάς ανέβασε ο Χριστός όταν είπε: «Ζητείτε πρώτον
την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού». Απλούστατα εμείς
ξεχνάμε όλα αυτά γιατί είμαστε τόσο απασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι
στις καθημερινές έγνοιες μας και ακριβώς επειδή ξεχνάμε,
αποτυχαίνουμε. Μέσα σ' αυτή τη λησμοσύνη, την αποτυχία και την
αμαρτία η ζωή μας γίνεται ξανά «παλαιά», ευτελής, σκοτεινή και
τελικά χωρίς σημασία, γίνεται ένα χωρίς νόημα ταξίδι για ένα χωρίς
νόημα τέρμα. Καταφέρνουμε να ξεχνάμε ακόμα και το θάνατο και τελικά,
εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα στις «απολαύσεις της ζωής» μάς έρχεται
τρομακτικός, αναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεί κατά καιρούς να
παραδεχόμαστε τις ποικίλες «αμαρτίες» μας και να τις
εξομολογούμαστε, όμως εξακολουθούμε να μην αναφέρουμε τη ζωή μας σ'
εκείνη τη νέα ζωή που ο Χριστός αποκάλυψε και μάς έδωσε. Πραγματικά
ζούμε σαν να μην ήρθε ποτέ Εκείνος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική
αμαρτία, η αμαρτία όλων των αμαρτιών, η απύθμενη θλίψη και τραγωδία
όλων των κατ' όνομα χριστιανών.

Αν το αναγνωρίζουμε αυτό, τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι το
Πάσχα και γιατί χρειάζεται και προϋποθέτει τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Γιατί τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι η λειτουργική παράδοση της
Εκκλησίας και όλος ο κύκλος των ακολουθιών της υπάρχουν, πρώτα απ'
όλα, για να μάς βοηθήσουν να ξαναβρούμε το όραμα και την γεύση αυτής
της νέας ζωής, που τόσο εύκολα χάνουμε και προδίνουμε, και ύστερα να
μπορέσουμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην Εκκλησία. Πώς
είναι δυνατόν να αγαπάμε και να επιθυμούμε κάτι που δεν το ξέρουμε;
Πώς μπορούμε να βάλουμε πάνω από καθετί άλλο στη ζωή μας κάτι που
ποτέ δεν έχουμε δει και δεν έχουμε χαρεί; Με άλλα λόγια: πώς
μπορούμε, πώς είναι δυνατόν να αναζητήσουμε μια Βασιλεία για την
οποία δεν έχουμε ιδέα; Η λατρεία της Εκκλησίας ήταν από την αρχή και
είναι ακόμα και τώρα η είσοδος και η επικοινωνία μας με τη νέα ζωή
της Βασιλείας. Και στο κέντρο της λειτουργικής ζωής, σαν καρδιά της
και μεσουράνημά της - σαν ήλιος που οι ακτίνες του διαπερνούν
καθετί - είναι το Πάσχα. Το Πάσχα είναι η πόρτα, ανοιχτή κάθε χρόνο,
που οδηγεί στην υπέρλαμπρη Βασιλεία του Χριστού, είναι η πρόγευση
της αιώνιας χαράς που μάς περιμένει, είναι η δόξα της νίκης η οποία
από τώρα, αν και αόρατη, πλημμυρίζει όλη την κτίση: «νικήθηκε ο
θάνατος».

Ολόκληρη η λατρεία της Εκκλησίας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα,
γι' αυτό και ο λειτουργικός χρόνος, δηλαδή η διαδοχή των εποχών και
των εορτών, γίνεται ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα στο Πάσχα, που είναι
το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι η Αρχή. Είναι το τέλος όλων αυτών
που αποτελούν τα «παλαιά» και η αρχή της «νέας ζωής», μια
συνεχής «διάβαση» από τον «κόσμο τούτο» στην Βασιλεία που έχει
αποκαλυφτεί «εν Χριστώ».

Παρ' όλα αυτά η «παλαιά» ζωή, η ζωή της αμαρτίας και της μικρότητας,
δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί και ν' αλλάξει. Το Ευαγγέλιο
περιμένει και ζητάει από τον άνθρωπο να κάνει μια προσπάθεια η
οποία, στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα ο άνθρωπος, είναι
ουσιαστικά απραγματοποίητη. Αντιμετωπίζουμε μια πρόκληση. Το όραμα,
ο στόχος, ο τρόπος της νέας ζωής είναι για μάς μια πρόκληση που
βρίσκεται τόσο πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας!

Γι' αυτό, ακόμα και οι Απόστολοι, όταν άκουσαν τη διδασκαλία του
Κυρίου Τον ρώτησαν απελπισμένα: «τις άρα δύναται σωθήναι;» (Ματθ.
19,26). Στ' αλήθεια δεν είναι καθόλου εύκολο ν' απαρνηθείς ένα
ασήμαντο ιδανικό ζωής καμωμένο με τις καθημερινές φροντίδες, με την
αναζήτηση των υλικών αγαθών, με την ασφάλεια και την απόλαυση και να
δεχτείς ένα άλλο ιδανικό ζωής το οποίο βέβαια δεν στερείται καθόλου
τελειότητας στο σκοπό του: «Γίνεσθε τέλειοι ως ο Πατήρ ημών εν
ουρανοίς τέλειος εστίν». Αυτός ο κόσμος με όλα του τα «μέσα» μάς
λέει: να είσαι χαρούμενος, μην ανησυχείς, ακολούθα τον «ευρύ» δρόμο.
Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο λέει: διάλεξε το στενό δρόμο, αγωνίσου και
υπόφερε, γιατί αυτός είναι ο δρόμος για τη μόνη (genuine) αληθινή
ευτυχία. Και αν η Εκκλησία δεν βοηθήσει πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε
αυτή τη φοβερή εκλογή; Πώς μπορούμε να μετανοήσουμε και να
ξαναγυρίσουμε στην υπέροχη υπόσχεση που μας δίνεται κάθε χρόνο το
Πάσχα; Ακριβώς αυτή είναι η στιγμή που εμφανίζεται η Μεγάλη
Σαρακοστή. Αυτή είναι η «χείρα βοηθείας» που απλώνει σε μάς η
Εκκλησία. Είναι το σχολείο της μετάνοιας που θα μάς δώσει δύναμη να
δεχτούμε το Πάσχα όχι σαν μια απλή ευκαιρία να φάμε, να πιούμε, ν'
αναπαυτούμε, αλλά, βασικά, σαν το τέλος των «παλαιών» που είναι μέσα
μας και σαν είσοδό μας στο «νέο».

Στην αρχαία Εκκλησία ο βασικός σκοπός της Σαρακοστής ήταν να
προετοιμαστούν οι «Κατηχούμενοι», δηλαδή οι νέοι υποψήφιοι
χριστιανοί, για το βάπτισμα που, εκείνο τον καιρό, γίνονταν στη
διάρκεια της αναστάσιμης θείας Λειτουργίας. Αλλά ακόμα και τώρα που
η Εκκλησία δεν βαφτίζει πια τους χριστιανούς σε μεγάλη ηλικία και ο
θεσμός της κατήχησης δεν υπάρχει πια, το βασικό νόημα της Σαρακοστής
παραμένει το ίδιο. Γιατί, αν και είμαστε βαφτισμένοι, εκείνο που
συνεχώς χάνουμε και προδίνουμε είναι ακριβώς αυτό που λάβαμε στο
Βάπτισμα. Έτσι το Πάσχα για μάς είναι η επιστροφή, που κάθε χρόνο
κάνουμε, στο βάπτισμά μας και επομένως η Σαρακοστή είναι η
προετοιμασία μας γι' αυτή την επιστροφή - η αργή αλλά επίμονη
προσπάθεια να πραγματοποιήσουμε τελικά τη δική μας «διάβαση»,
το «Πάσχα» μας στη νέα εν Χριστώ ζωή. Το ότι, καθώς θα δούμε, οι
ακολουθίες στη σαρακοστιανή λατρεία διατηρούν ακόμα και σήμερα τον
κατηχητικό και βαπτιστικό χαρακτήρα, δεν είναι γιατί
διατηρούνται «αρχαιολογικά» απομεινάρια, αλλά είναι κάτι ζωντανό και
ουσιαστικό για μας. Γι' αυτό κάθε χρόνο η Μεγάλη Σαρακοστή και το
Πάσχα είναι, μια ακόμη φορά, η ανακάλυψη και η συνειδητοποίηση του
τι γίναμε με τον «δια βαπτίσματος» μας θάνατο και την ανάσταση.

Ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα! Καθώς το αρχίζουμε, καθώς κάνουμε το
πρώτο βήμα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής βλέπουμε - μακριά,
πολύ μακριά - τον προορισμό. Είναι η χαρά της Λαμπρής, είναι η
είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Είναι αυτό το όραμα, η πρόγευση του
Πάσχα, που κάνει τη λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής χαρά, Φως, και τη
δική μας προσπάθεια μια «πνευματική άνοιξη». Η νύχτα μπορεί να είναι
σκοτεινή και μεγάλη, αλλά σε όλο το μήκος του δρόμου μια μυστική και
ακτινοβόλα αυγή φαίνεται να λάμπει στο ορίζοντα. «Μη καταισχύνης
ημάς από της προσδοκίας ημών, Φιλάνθρωπε!»


Πηγή : Από το Βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή» π. Αλέξανδρου Σμέμαν, Εκδ. Ακρίτας

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Απόστολος και Ευαγγέλιο Κυριακής της Τυρινής 26.02.2012

Απόστολος, προς Ρωμαίους ΙΓ΄ 11-14, ΙΔ΄1-4

11 Κα τοτο, εδότες τν καιρόν, τι ρα μς δη ξ πνου γερθναι· νν γρ γγύτερον μν σωτηρία τε πιστεύσαμεν.
12 νξ προέκοψεν, δ μέρα γγικεν. ποθώμεθα ον τ ργα το σκότους κα νδυσώμεθα τ πλα το φωτός.
13 ς ν μέρ εσχημόνως περιπατήσωμεν, μ κώμοις κα μέθαις, μ κοίτας κα σελγείαις, μ ριδι κα ζήλ,
14
λλ᾿ νδύσασθε τν Κύριον ησον Χριστόν, κα τς σαρκς πρόνοιαν μ ποιεσθε ες πιθυμίας.
1 Τὸν δ σθενοντα τ πίστει προσλαμβάνεσθε, μ ες διακρίσεις διαλογισμν.
2 ς μν πιστεύει φαγεν πάντα, δ σθενν λάχανα σθίει.
3 σθίων τν μ σθίοντα μ ξουθενείτω, κα μ σθίων τν σθίοντα μ κρινέτω· Θες γρ ατν προσελάβετο.
4 Σ τίς ε κρίνων λλότριον οκέτην; Τ δίῳ Κυρίῳ στήκει πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατς γάρ στιν Θες στσαι ατόν.
Μετάφραση
11 Αὐτὰ νὰ κάνετε, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον γνωρίζετε σὲ τί καιρὸν ζοῦμε: ὅτι εἶναι πλέον ὥρα νὰ ξυπνήσετε ἀπὸ τὸν ὕπνον, διότι τώρα εἶναι πλησιέστερα σ’ ἐμᾶς ἡ σωτηρία παρὰ τότε ποὺ ἐπιστέψαμε.
12 Ἡ νύχτα ἐπροχώρησε· ἡ ἡμέρα ἐπλησίασε. Ἂς πετάξουμε λοιπὸν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἂς ὁπλισθοῦμε μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός.
13 Ἂς εἶναι ἡ συμπεριφορά μας σεμνή, ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα, ὄχι συμπόσια καὶ μεθύσια, ὄχι ἀκολασίες καὶ ἀσέλγειες, ὄχι ἔριδες καὶ ζηλοτυπίες,
14 ἀλλ’ ἐνδυθῆτε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ μὴ φροντίζετε διὰ τὴν σάρκα διὰ νὰ ἱκανοποιήσετε τὰς ἐπιθυμίας της.
1 Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἀσθενὴς κατὰ τὴν πίστιν, νὰ τὸν δέχεσθε, ἀλλ’ ὄχι διὰ συζητήσεις γνωμῶν.
2 Ὁ ἕνας πιστεύει ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ φάγῃ ἀπὸ ὅλα, ἀλλ’ ὁ ἀσθενὴς τρώγει λάχανα.
3 Ἐκεῖνος ποὺ τρώγει, ἂς μὴ περιφρονῇ ἐκεῖνον ποὺ δὲν τρώγει, καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν τρώγει, ἂς μὴ κρίνῃ ἐκεῖνον ποὺ τρώγει, διότι ὁ Θεὸς τὸν ἔχει δεχθῆ.
4 Ποιός εἶσαι σὺ ποὺ κρίνεις ξένον ὑπηρέτην; Τὸ ἂν θὰ σταθῇ ἢ θὰ πέσῃ ἀφορᾷ τὸν δικόν του κύριον, θὰ σταθῇ ὅμως, διότι ὁ Θεὸς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὸν κάνῃ νὰ σταθῇ.

Ευαγγέλιο κατά Ματθαίον  ΣΤ΄ 14-21

14 Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος·
15 ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν.
16 Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν.
17 Σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, 18 ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.
19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι·
20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν·
21 ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.

Μετάφραση

14 Ἐὰν συγχωρέσετε εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὅ,τι κακὸ ἔχουν κάνει, θὰ συγχωρήσῃ καὶ σᾶς ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος.
15 Ἐὰν ὅμως δὲν συγχωρῆτε τοὺς ἀνθρώπους, τότε οὔτε καὶ ὁ Πατέρας σας θὰ συγχωρήσῃ τὰ παραπτώματά σας».
16 «Ὅταν νηστεύετε μὴν γίνεσθε σκυθρωποὶ ὅπως οἱ ὑποκριταί, οἱ ὅποίοι παραμορφώνουν τὰ πρόσωπά τους, διὰ νὰ τοὺς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅτι νηστεύουν. Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι ἔχουν λάβει τὴν ἀνταμοιβή τους.
17 Σὺ ὅμως ὅταν νηστεύῃς, ἄλειψε τὸ κεφάλι σου καὶ πλύνε τὸ πρόσωπόν σου,
18 διὰ νὰ μὴν ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅτι νηστεύεις ἀλλὰ μόνον ὁ Πατέρας σου, ποὺ εἶναι ἐκεῖ παρὼν κρυφά, καὶ ὁ Πατέρας σου, ποὺ βλέπει τὶ γίνεται εἰς τὰ κρυφά, θὰ σὲ ἀνταμείψῃ εἰς τὰ φανερά».
19 «Μὴ θησαυρίζετε διὰ τὸν ἑαυτόν σας θησαυροὺς εἰς τὴν γῆν, ὅπου ὁ σκόρος καὶ ἡ σαπίλα τοὺς καταστρέφουν καὶ ὅπου οἱ κλέπται κάνουν διάρρηξιν καὶ τοὺς κλέβουν,
20 ἀλλὰ θησαυρίζετε διὰ τὸν ἑαυτό σας θησαυροὺς εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπου οὔτε σκόρος οὔτε σαπίλα τοὺς καταστρέφει καὶ ὅπου κλέπται δὲν κάνουν διάρρηξιν καὶ κλέβουν.
21 Διότι ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ἡ καρδιά σου».

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Απόστολος και Ευαγγέλιο Κυριακής της Κρίσεως 19.02.2012

Απόστολος, Α΄ προς Κορινθίους Η΄8 – Θ΄2

8 Βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύωμεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα.
9 Βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν.
10 Ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν;
11 Καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾿ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν.
12 Οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε.
13 Διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω.
1 Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; Οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; Οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ;
2 Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.

Μετάφραση

8 Ἐμᾶς δὲν μᾶς συνιστᾶ τὸ φαγητὸν εἰς τὸν Θεόν, διότι οὔτε ἐὰν φάγωμεν, ἔχομεν κανένα πλεονέκτημα, οὔτε ἐὰν δὲν φάγωμεν, χάνομεν τίποτε.
9 Προσέχετε ὅμως μήπως ἡ ἐλευθερία σας αὐτὴ γίνῃ αἰτία νὰ πέσουν οἱ ἀσθενεῖς κατὰ τὴν πίστιν.
10 Ἐὰν κάποιος ἰδῇ ἐσένα ποὺ ἔχεις γνῶσιν, νὰ κάθεσαι εἰς τὸ τραπέζι ἑνὸς ναοῦ εἰδώλων, δὲν θὰ ἐνθαρρυνθῇ ἡ συνείδησίς του, ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατος εἰς τὴν πίστιν, εἰς τὸ νὰ τρώγῃ κρέατα τῶν θυσιῶν ποὺ προσφέρονται εἰς τὰ εἴδωλα;
11 Καὶ ἐξ αἰτίας τῆς γνώσεώς σου θὰ χαθῇ ὁ ἀδύνατος ἀδελφὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐπέθανε ὁ Χριστὸς.
12 Ἁμαρτάνοντες δὲ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ πληγώντες τὴν συνείδησίν των ποὺ εἶναι ἀδύνατη, ἁμαρτάνετε εἰς τὸν Χριστόν.
13 Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν φαγητὸν κάνῃ τὸν ἀδελφόν μου νὰ πέσῃ, δὲν θὰ φάγω κρέας ποτέ, διὰ νὰ μὴ γίνω αἰτία νὰ πέσῃ ὁ ἀδελφός μου.
1 Δὲν εἶμαι ἀπόστολος; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος; Δὲν εἶδα τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριόν μας; Δὲν εἶσθε σεῖς τὸ ἔργον μου ἐν Κυρίῳ;
2 Ἐὰν δι’ ἄλλους δὲν εἶμαι ἀπόστολος, εἶμαι τοὐλάχιστον γιὰ σᾶς, διότι σεῖς εἶσθε ἡ σφραγίδα τῆς ἀποστολῆς μου ἐν Κυρίῳ.

Ευαγγέλιο κατά Ματθαίον ΚΕ ‘ 31 – 46

31 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ,
32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων,
33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων.
34 Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.
35 Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με,
36 γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με.
37 Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν;
38 Πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν;
39 Πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε;
40 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.
41 Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ.
42 Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με,
43 ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με.
44 Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι;
45 Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε.
46 Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Μετάφραση

31 «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μὲ ὅλην του τὴν δόξαν καὶ ὅλοι οἱ ἄγγελοι μαζί του, τότε θὰ καθήσῃ εἰς τὸν θρόνον τῆς δόξης του
32 καὶ θὰ μαζευθοῦν ἐνώπιόν του ὅλα τὰ ἔθνη καὶ θὰ χωρίσῃ τοὺς μὲν ἀπὸ τοὺς δέ, ὅπως ὁ βοσκὸς χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ κατσίκια,
33 καὶ θα τοποθετήσῃ τὰ μὲν πρόβατα πρὸς τὰ δεξιά του, τὰ δὲ κατσίκια πρὸς τὰ ἀριστερά του.
34 Τότε θὰ πῇ ὁ βασιλεὺς εἰς ἐκείνους, ποὺ θὰ εἶναι πρὸς τὰ δεξιά, «Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα μου, κληρονομῆστε τὴν βασιλείαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐτοιμασμένη  γιὰ σᾶς ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου.
35 Διότι ἐπείνασα καὶ μοῦ ἐδώκατε νὰ φάγω, ἐδίψασα καὶ μ’ ἐποτίσατε, ξἐνος ἤμουνα καὶ μ’ ἐπήρατε εἰς τὸ σπίτι,
36 γυμνὸς ἤμουνα καὶ μ’ ἐνδύσατε, ἀρρώστησα καὶ μ’ ἐπισκεφθήκατε, εἰς τὴν φυλακὴν ἤμουνα καὶ ἤλθατε σ’ ἐμέ».
37 Τότε θὰ τοῦ ἀποκριθοῦν οἱ δίκαιοι καὶ θὰ ποῦν, «Κύριε, πότε σὲ εἴδαμε νὰ πεινᾷς καὶ σ’ ἐθρέψαμε ἢ νὰ διψᾷς καὶ σ’ ἐποτίσαμε;
38 Πότε δὲ σὲ εἴδαμε ξένον καὶ σ’ ἐπήραμε εἰς τὸ σπίτι ἢ γυμνὸν καὶ σ’ ἐνδύσαμε;
39 Πότε σὲ εἴδαμε ἄρρωστον ἢ φυλακισμένον καὶ ἤλθαμε σ’ἐσέ;».
40 Ὁ βασιλεὺς θὰ ἀπαντήσῃ καὶ θὰ τοὺς πῇ, «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅ,τι ἐκάνατε εἰς ἕνα ἀπὸ τούτους τοὺς ἀσήμαντους ἀδεφλοὺς μου, σ’ ἐμὲ τὸ ἐκάνατε».
41 Τότε θὰ πῇ σ’ ἐκείνους, ποὺ θὰ εἶναι πρὸς τὰ ἀριστερά, «Φύγετε ἀπ’ ἐμέ, καταραμένοι, στὴν αἰώνια φωτιά, ποὺ ἔχει ἐτοιμασθῆ διὰ τὸν διάβολον καὶ τοὺς ἀγγέλους του,
42 διότι ἐπείνασα καὶ δὲν μοῦ ἐδώκατε νὰ φάγω, ἐδίψασα καὶ δὲν μ’ ἐποτίσατε,
43 ξένος ἤμουνα καὶ δὲν μ’ ἐπήρατε εἰς τὸ σπίτι, γυμνὸς ἤμουνα καὶ δὲν μ’ ἐνδύσατε, ἀσθενὴς ἤμουνα καὶ φυλακισμένος καὶ δὲν μ’ ἐπισκεφθήκατε».
44 Τότε θὰ ἀποκριθοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ θὰ ποῦν, «Κύριε,  πότε σὲ εἴδαμε νὰ πεινᾷς ἢ νὰ διψὰς καὶ νὰ εἶσαι ξένος ἢ γυμνὸς ἢ ἀσθενὴς ἢ φυλακισμένος καὶ δὲν σὲ ὑπηρετήσαμε;»
45 Τότε θὰ ἀποκριθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ θὰ πῇ, «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅ,τι δὲν ἐκάνατε εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς ἀσήμαντους τούτους, οὔτε εἰς ἐμὲ ἐκάνατε».
46 Καὶ αὐτοὶ θὰ μεταβοῦν εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον».

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΕΞΗΝΤΑ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΡΚΟΥΤΣΚ

ΟΙ ΕΞΗΝΤΑ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΡΚΟΥΤΣΚ
«Πάς όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολο­γήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς».
(Ματθ. ι’ 32

Πρόκειται για αυθεντική μαρτυρία γραμμένη από αυτόπτη μάρτυρα και δημοσιευμένη στο βι­βλίο του πρωθιερέως Μιχαήλ Πόλσκυ Russia’s New Martyrs, Jordanvllle, N.Y., τόμ. 2, σελ. 214-6.
Κατα τα έτη 1930, 1931 και 1932 ταξίδεψα σ’ ο­λόκληρη την Σιβηρία με μία επιστημονική απο­στολή*. Τό 1933 τα τα­ξίδια μας οδήγησαν στο Ιρκούτσκ, στο Νίζνιε-Ουντίνσκ και μετά στο Μπαλαγκάνσκ. Η πόλη Κατσούγκ βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Λένα, 140 μίλια από το Ιρκούτσκ. Από την Κατσούγκ υπήρχε δρόμος για το Νίζνιε-Ουντινσκ και το Μπαλαγ­κάνσκ, που περνούσε εξ ολοκλήρου μέσα α­πό την τάϊγκα**. Δεν υπήρχαν κάτοικοι· μόνο κρατούμενοι, που δούλευαν στην κα­τασκευή κάποιου έργου. Στους καταυλι­σμούς γύρω από την Κατσούγκ κυριαρχούσε τότε ανήκουστη βαναυσότητα. Χωρίς κανέ­ναν απολύτως λόγο πυροβολούσαν, χτυ­πούσαν και μαστίγωναν τους ανθρώπους.
Οι συνθήκες διαβιώσεως ήταν φρικτές. Εξήντα έως ογδόντα άνθρωποι στοιβιάζοταν σ’ ένα κοιτώνα, με δύο σειρές σανίδες για κρεββάτια. Σε περίπτωσι που κάποιος από τους κρατουμένους δεν ολοκλήρωνε την ημερήσια εργασία που του ανετίθετο, οι φύ­λακες του καταυλισμού είχαν το δικαίωμα να του κάνουν ,τι ήθελαν. Άφηναν τους κρατουμένους για τιμωρία μία εβδομάδα στο ύπαιθρο. Οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα και το κρύο.
Ταξιδέψαμε από το Ιρκούτσκ ως το Νίζνιε-Ούντινσκ με το ατμόπλοιο Μπου-ριάτ. Από το Νίζνιε-Ουντίνσκ προχωρή­σαμε με άμαξες κατά μήκος του δρόμου της Κατσούγκ, ακολουθώντας για περισσότερο από εβδομήντα μίλια την δεξιά όχθη του ποταμού Άγκερ προς την κατεύθυνση του Κατσούγκ. Την περίοδο εκείνη δούλευα ως υδρομετρικός παρατηρητής.
Από τις 8 ως τις 22 Ιουλίου 1933 η ε­πιστημονική μας ομάδα σταμάτησε για μερικές μέρες κοντά σ’ ένα στρατόπεδο συγ­κεντρώσεως. Στην περιοχή εκείνη το έδαφος ήταν καταλληλότερο για την γεωργία και υπήρχαν ήδη σχέδια για ένα κρατικό συλ­λογικό αγρόκτημα (κολλεκτίβα) εκεί. Ο καιρός είχε γίνει αρκετά ευχάριστος. Μετά το δείπνο, καθήσαμε μέχρι αργά το βράδυ κοντά στή φωτιά. Κάθε τόσο ακούγαμε κάποιες κραυγές, που αντηχούσαν στην τάϊγκα. Δεν ξέραμε ακόμη τι είδους κραυγές ήταν αυτές. Ήταν μία ξάστερη και ήσυχη νύχτα. Ο καθαρός αέρας της Σιβηρίας ανέδιδε το γλυκό άρωμα των λου­λουδιών της τάϊγκα μέσα στην κοιλάδα. Όσο ζω δεν θα ξεχάσω εκείνη την κοιλάδα· θα την θυμάμαι παντοτεινά! Ο γλυκός πρωινός μας ύπνος διακόπηκε από ένα πένθιμο ανθρώπινο βογγητό. Σηκωθήκαμε γρήγορα. Ο επικεφαλής της ομάδος μας, ντόπιος από το Ιρκούτσκ, πήρε γρήγορα ένα ζευγάρι κυάλια και οι άλλοι στήσαμε δυο τοπογραφικά όργανα και ασχολού­μασταν με την εργασία μας, όταν παρατη­ρήσαμε ένα πλήθος να έρχεται προς την κατεύθυνσή μας. Εξ αιτίας των θάμνων ήταν δύσκολο να καταλάβουμε τι συνέβαινε.
Ήταν εξήντα κρατούμενοι και όσο πλησίαζαν μπορούσαμε καθαρώτερα να δούμε πως ήταν όλοι εξαντλημένοι από την πείνα και την πολλή δουλειά. Τί βλέπαμε; Όλοι κρατούσαν ένα σχοινί στους ώμους τους. Τρα­βούσαν ένα έλκηθρο (ένα έλκηθρο Ιούλιο μήνα!) Πάνω στο έλκηθρο υπήρχε ένα βαρέλι με ανθρώπινα περιτ­τώματα!
Οι φρουροί που τους συνό­δευαν προφανώς δεν γνώριζαν ότι υπήρχε μία επιστημονική αποστολή στην περιοχή του στρατοπέδου συγκεντρώσεως. Ακούσαμε ακριβώς τις λέξεις της διαταγής των φρουρών: «Ξα­πλώστε κάτω και μη κινείσθε». Ένας φρουρός έτρεξε πίσω στο στρατόπεδο, προ­φανώς μας θεώρησαν υπόπτους. Κάποιος από την ομάδα μας εκτίμησε κάπως γρή­γορα την κατάσταση των κρατουμένων και είπε: «Παρατείναμε την ζωή τους για λίγα ακόμη λεπτά». Κατ’ αρχάς δεν καταλάβαμε αυτά του τα λόγια. Σε 15 όμως με 20 λεπτά είχαμε περικυκλωθή από μία διμοιρία φρουρών του στρατοπέδου, που μας πλη­σίασαν κρατώντας τουφέκια έτοιμα για μά­χη, σαν να επρόκειτο να επιτεθούν με τις ξιφολόγχες. Ο επικεφαλής της διμοιρίας και ο πολιτικός κομισάριος μας πλησίασαν και ζήτησαν τα χαρτιά μας. Όταν τα εξέ­τασαν μας εξήγησαν πώς αυτοί οι εξήντα άνδρες είχαν καταδικαστή να εκτελεστούν, ως στοιχείο αλλότριο προς τη σοβιετική εξουσία.
Ένα χαντάκι είχε ήδη ετοιμασθή για τους εξήντα. Ο πολιτικός κομισάριος μας ζήτησε να μπούμε στις σκηνές μας, πράγμα που κάναμε. Οι εξήντα μάρτυρες ήταν Ιε­ρείς. Στο ήσυχο πρωινό του Ιουλίου οι αδύ­ναμες φωνές πολλών Ιερέων ακουγόταν ξε­κάθαρα. Ένας απ’ τους δημίους ρωτούσε έναν-έναν τους Ιερείς, που τώρα στεκόταν κοντά στο χαντάκι: «Είναι η τελευταία σου πνοή· πες μας, υπάρχει θεός η όχι;» Η απάντησι των αγίων μαρτύ­ρων ήταν σταθερή και σίγουρη: «Ναι, υ­πάρχει θεός!» Ακούστηκε ο πρώτος πυρο­βολισμός. Καθό­μασταν στις σκη­νές και η καρ­διά μας πήγαι­νε να σπάση… Ένας δεύτερος πυροβολισμός αντήχησε, ένας τρίτος και μετά περισσότεροι. Οι Ιερείς οδηγούντο ο ένας μετά τον άλλο μπροστα στο χαντάκι- οι δήμιοι, στο χείλος του χαντα­κιού, ρωτούσαν κάθε Ιερέα: «Υπάρχει θεός;» Η απάντησι ήταν η ίδια: «Ναι, υπάρχει θεός!»
Είμαστε αυτόπτες μάρτυρες, είδαμε με τα μάτια μας και ακούσαμε με τα αυτιά μας, πώς τόσοι άνθρωποι μπροστά στόν θά­νατο ομολόγησαν την πίστι τους στον Θεό.
Ίσως περάσουν ακόμη χρόνια, δεκα­ετίες. Όμως αυτός ο τάφος πάνω στον δρόμο Κατσούγκ – Νίζνιε-Οϋντίνσκ πρέπει να βρεθή. Κανείς Ορθόδοξος Χριστιανός, πουθενά, δεν πρέπει να ξεχάση αυτούς τους αγίους μάρτυρες, που έδωσαν την ζωή τους για την πίστη τους.
Πηγή: Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Τεύχος 1
* Πρόκειται για αυθεντική μαρτυρία γραμμένη από αυτόπτη μάρτυρα και δημοσιευμένη στο βι­βλίο του πρωθιερέως Μιχαήλ Πόλσκυ Russia’s New Martyrs, Jordanvllle, N.Y., τόμ. 2, σελ. 214-6.
** ζώνη των δασών