Μπες και Δες

Δεν είναι πάντα στη ζωή μας απαραίτητα τα χρήματα, μπορούμε να προσφέρουμε στον συνάνθρωπό μας και με λίγη καλή θέληση. Χρήματα μπορεί να μην υπάρχουν, όμως πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα χαρίσουν λίγα χαμόγελα… Μάθε για την ομάδα μας … Βοήθησε και εσύ …

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Μοναχισμός, μοναστήρια, μοναχοί


Γράφει ο μοναχός Μωυσής, Aγιορείτης


Όταν ο κόσμος αλλοιώνεται, επηρεάζει και το μοναχισμό. Ο μοναχισμός όμως πρέπει να μένει αναλλοίωτος. Η υποβάθμιση του ορθόδοξου μοναχισμού σε περιόδους εκκοσμικεύσεως είναι ανεπίτρεπτη.
Το εκκλησιαστικό ήθος πρέπει να μένει ανεπηρέαστο πάντοτε. Η διατήρηση του μηνύματος και της προσφοράς του μοναχικού ιδεώδους δεν πρέπει να αλλάζει, αλλά να χαρίζει το πνεύμα της ασκήσεως, της εγκράτειας και της ταπεινοφρο-σύνης, τόσο απαραίτητων στη ζωή. Ο μοναχισμός, όποτε ήταν σε ακμή, δώριζε αίγλη στο σώμα της Εκκλησίας. Ο κόσμος θεωρεί το μοναχισμό περιττό, κάτι περασμένο, αχρείαστο και μερικές φορές και βλαβερό.
Ακόμη και λεγόμενοι άνθρωποι της Εκκλησίας βλέπουν με επιφύλαξη την αναχώρηση νέων στα μοναστήρια, λέγοντας ότι η κοινωνία τούς χρειάζεται περισσότερο για τις ανάγκες της. Η αφιέρωση νέων καταρτισμένων, μορφωμένων και ταλαντούχων και ο εγκλεισμός τους σε μοναστήρια είναι λαθεμένη. Ο μοναχισμός όμως είναι καθαρά εκκλησιαστικός θεσμός και ανέδειξε πλήθος αγίων. Το ασκητικό, ησυχαστικό και προσευχητικό φρόνημα πολλών ιερών ανδρών στην έρημο και τα μοναστήρια φανέρωσε το υψηλό και σπουδαίο της ζωής αυτής, που ονομάστηκε ισάγγελη.
Φωτισμένοι οι μοναχοί από τον Φωτοδότη Χριστό φώτιζαν τον κόσμο, κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος. Άγιους μοναχούς από κελιά μονών και σπήλαια ερήμων παρέλαβε η Εκκλησία για τις πρώτες θέσεις της. Η ησυχαστική θεολογία, η υπεράσπιση του ορθόδοξου δόγματος γεννήθηκε και γαλουχήθηκε σε μοναστικούς χώρους. Μοναχούς άσημους, ταπεινούς και κρυμμένους πήρε η Εκκλησία και τους τοποθέτησε σε πατριαρχικούς θρόνους και επίλεκτες θέσεις. Ο μοναχισμός γέννησε σπουδαίες μορφές ιεραποστόλων, υμνογράφων, συγγραφέων και κηρύκων. Μίλησε για το βάθος, το ύψος και το εύρος του ευαγγελίου. Οι μοναχοί μίλησαν με το σιωπηλό παράδειγμα της ζωής τους. Απέναντι στο υλιστικό και κοσμικό φρόνημα κατέθεσαν την ορθόδοξη πνευματικότητα, που μιλά για κάθαρση, φωτισμό και θέωση. Έθεσαν αντί της κακίας την αρετή, στη θέση του κορεσμού την εγκράτεια, στον πλουτισμό την ακτημοσύνη. Ο μοναχός αγωνίζεται ισόβια για την κατάκτηση της ταπεινώσεως και την ολοκλήρωση της μετάνοιας. Αγωνίζεται για τη φυγάδευση του εγωισμού, του πάθους και της κακίας.
Κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη τα μοναστήρια καθίστανται λιμάνια σωτηρίας, εργαστήρια αρετής και κατοικητήρια αγιότητος. Τα μοναστήρια στελεχώνονται από μοναχούς υπάκουους, υπομονετικούς, ησύχιους, πράους, φιλόθεους και φιλάδελφους. Αγωνίζεται να φτάσει στο «πρωτόκτιστο κάλλος» στην προπτωτική κατάσταση, τη θέωση και τον αγιασμό. Η μοναχική ζωή «πάσχει τα θεία», πορεύεται στην απάθεια, εντρυφά στη «θεία μέθη» και στο «θείο έρωτα». Βιώνει τη θεία σοφία, εντρυφά σε πνευματικές έννοιες, προσεύχεται, λυπάται για τις αμαρτίες του και χαίρεται για τα θεϊκά δώρα της χαράς, της ελπίδας και της αφοβίας. Με τον καιρό ταυτίζεται το θέλημα του μοναχού με του Θεού. Ο μοναχός αγωνίζεται συνεχώς κατά του εγωισμού και της φιλαρέσκειας, κατά της φιληδονίας και της φιλοδοξίας.
 Στο άβατο Άγιον Όρος το πιο τιμημένο πρόσωπο είναι της Παναγίας. Οι Αγιορείτες πατέρες υπεραγαπούν την καθαρότατη, σεμνότατη και ταπεινότατη Υπεραγία Θεοτόκο. Η Παναγία κάποιες παραφωνίες και παρανυχίδες ανέχεται ελπιδοφόρα. Οι Γέροντες παρακινούν και προτρέπουν όλους σε ένθεη ζωή. Σήμερα παρατηρείται μία ακμή στο μοναχισμό και μία παρακμή στον πολιτισμό. Ορισμένοι αγνοούν, πολεμούν και αδιαφορούν για το Θεό. Άλλοι συνεχίζουν να λατρεύουν το Θεό και από μεγάλη αγάπη να οδεύουν στα μοναστήρια.
Τα μοναστήρια είναι φωλιές, πηγές και κηρύθρες. Είναι κτισμένα σε ωραίες θέσεις, χώροι ευλαβών προσκυνημάτων, τόποι πνευματικού ανεφοδιασμού, διδασκαλεία πνευματοκίνητα, οικήματα θεοσέβειας. Μοναστήρια γυναικεία και ανδρικά, παλαιά και νέα, με πολλούς ή λίγους μοναχούς, καθίστανται φάροι, που φωτίζουν και κατοικίες αγωνιζομένων, που εμπνέουν, ευλογούν και ενισχύουν.

Μακεδονία/ 27/05/2012

Η αναζωπύρωση του χαρίσματος (video, π. Ανανίας Κουστένης)

Η κάθε δοκιμασία είναι θεϊκή παιδαγωγία


Του μοναχού Μωυσή, Αγιορείτη

Η κάθε δοκιμασία είναι θεϊκή παιδαγωγία και αποτελεί μορφή ασκήσεως, την οποία διώξαμε από τη ζωή μας εκούσια. Με διάφορους τρόπους προσπαθεί ο Πανάγαθος Θεός να μας φέρει πιο κοντά του. Ενώπιον του Θεού είμεθα όλοι αγωνιστές.
Η σημερινή οικονομική κρίση είναι μια μεγάλη δοκιμή, δοκιμασία και εκπαίδευση. Ο Θεός είναι ένας άριστος εκπαιδευτής. Μας δοκιμάζει για το καλό μας και για τη νίκη μας. Η πατρίδα μας εξετέθη, μένει ανασφαλής, φοβισμένη και ταραγμένη. Ανοχύρωτη πνευματικά, παρασυρμένη από την ευδαιμονία, τον κορεσμό, την υπερκατανάλωση, τον πλουτισμό και την άσωτη διασκέδαση. Ο μαγνητισμός του ελληνικού βίου στην ύλη έφερε θλίψη και πικρή απογοήτευση. Έμεινε μόνο να νοιάζεται για το τι θα φάει και τι θα πιει. Κυκλοφορούν πολλά βιβλία με εκατοντάδες παράξενες συνταγές φαγητών. Ψάχνοντας επίμονα τη χαρά παντού, βρήκε συντρίμμια της, τη δυστυχία, τη διαφθορά, την ασυδοσία.

Αυξάνεται η ανεργία συνεχώς, μεγαλώνει η φτώχεια, δυναμώνει ο πόνος και ο άνθρωπος αισθάνεται αποτυχημένος, μόνος και απελπισμένος. Δίχως τον Θεό όλα αυτά επιδεινώνονται ανησυχητικά. Με τον Θεό δεν λύνονται ως διά μαγείας όλα μαζί. Έχει όμως ο άνθρωπος αίσθηση της παρουσίας του Θεού, της αγάπης του, της αγιοπνευματικής χάριτος, της παρηγοριάς και της ελπίδος. Έτσι μπορεί και μέσα στις καθημερινές δυσκολίες της ζωής να μη χάνει το θάρρος του. Να ζει μέσα στον κόσμο και να μην παρασύρεται από κάθε τι το ανίερο και αναίσχυντο. Η ακράδαντη πίστη θα δώσει αισιοδοξία. Η ουσιαστική αγάπη θα προσφέρει φιλανθρωπία και ελεημοσύνη. Έτσι θα φωτιστεί και θα θερμανθεί η καρδιά του πληγωμένου ανθρώπου.
Όσοι ακόμη θα ακολουθούν ψεύτικους Θεούς ή θα κάνουν Θεούς ανθρώπους της πολιτικής, της τέχνης, της επιστήμης, θα πλανώνται οικτρά. Δίχως Θεό η κάθε κρίση θα καταδυναστεύει ψυχές και θα τις κάνει να πάσχουν από φοβερές πλάνες και πολλά δεινά. Όσοι πονηροί σαγηνεύουν τον αφελή κόσμο με ψευδαισθήσεις, μελλοντολογίες και αντιχριστολογίες λαθεύουν και αμαρτάνουν. Χρειάζεται προσοχή, διάκριση και σοβαρότητα.
Είναι καιρός να αποφασίσουμε να συγχωρούμε ειλικρινά και εγκάρδια. Να γίνουμε ταπεινοί ελεήμονες. Να αγαπήσουμε και να ακολουθήσουμε την ευγένεια, την ανεκτικότητα, τη συντροφικότητα και την καλοσύνη. Η ανθρωπιά απουσιάζει. Το χαμόγελο κρύβεται. Μια σκληρότητα και σκυθρωπότητα καλύπτει τα πρόσωπα, τις κινήσεις, τα λόγια, τις αποφάσεις. Η δύσκολη κατάσταση του τόπου μας δεν διορθώνεται με περισσότερα βάρη, με πρόσθετα μέτρα, με απόρριψη και εκδικητικότητα. Οι αστυνομικοί μπορούν να συλλαμβάνουν, όταν πρέπει, αλλά όχι να δέρνουν. Οι δικαστές να μην εξαντλούν την αυστηρότητά τους σε ορισμένους. Παρουσιάζονται ως άτεγκτοι τηρητές των νόμων κι όμως αποδεικνύεται μερικές φορές ότι σφάλλουν σοβαρά. Οι δάσκαλοι όλων των βαθμίδων δεν θα βοηθήσουν τους μαθητές τους με την αγριότητα, την υπερβολική αυστηρότητα και την ειρωνεία. Οι πολιτικοί μάς οδήγησαν στον εξευτελισμό και την ακυβερνησία.
Η παρούσα κρίση είναι μια ευκαιρία να δούμε αυστηρά τον εαυτό μας και με επιείκεια τους άλλους. Η καλοσύνη είναι ωραία. Η αλληλοκατανόηση, ο αλληλοσεβασμός και η αλληλοεκτίμηση είναι πιο αναγκαία σήμερα. Στο κλειστό σπίτι είναι ένα ανοιχτό παράθυρο. Ένα παράθυρο που φέρνει ήλιο, φως και νέο αέρα. Η άνοιξη είναι μια ωραία εποχή. Μέσα στο σκοτάδι κι ένα κερί αναμμένο γκριζάρει το σκοτάδι. Ας ανοίξουμε και το παράθυρο της καρδιάς μας με την ανθρωπιά και την καλοσύνη, που όλοι έχουν μεγάλη ανάγκη.


Η Ορθόδοξη Εκκλησία μια διαρκής Πεντηκοστή

Ποιός είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός; Ποιός είναι σε Αυτόν ο Θεός και ποιος ο άνθρωπος; Πώς γνωρίζεται ο Θεός στον Θεάνθρωπο και πώς ο άνθρωπος; Τι εδώρησε σε μας τους ανθρώπους ο Θεός εν τω Θεανθρώπω; Όλα αυτά τα φανερώνει σε μας το Πνεύμα το Άγιον, το «Πνεύμα της αληθείας». Μας αποκαλύπτει δηλαδή όλη την αλήθεια για Αυτόν, για τον Θεό εν Αυτώ και για τον άνθρωπο και για το τι χάρισε σ’ εμάς μ’ όλα αυτά. Αυτό επίσης απείρως ξεπερνά κάθε τι που οι ανθρώπινοι οφθαλμοί είδαν ποτέ και τοις ωσίν αυτών ηκούσθη και η καρδία αυτών κάποτε αισθάνθηκε.
Με την ένσαρκη ζωή του στη γη ο Θεάνθρωπος εγκαθιδρυσε το Θεανθρώπινό του Σώμα, την Εκκλησία, και με αυτήν προετοιμάζει τον γήινο κόσμο για την έλευση και τη ζωή και τη δραστηριότητα του Αγίου Πνεύματος στο Σώμα της Εκκλησίας, ως ψυχής Αυτού του Σώματος. Την ημέρα της Πεντηκοστής το Αγιο Πνεύμα κατήλθε εξ ουρανού στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας και για πάντα παρέμεινε σε Αυτό σαν Παν-Ζωοποιός ψυχή Αυτού. Αυτό το ορατό θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας συγκροτούν οι Άγιοι Απόστολοι με την πίστη των στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό ως Σωτήρα του κόσμου και ως τέλειου Θεού και ως τέλειου ανθρώπου. Και η κάθοδος και η σύνολη δρατηριότητα του Αγίου Πνεύματος στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας έρχεται από τον Θεάνθρωπο και εξαιτίας του Θεανθρώπου. Κάθε τι στην Θεανθρώπινη Οικονομία της σωτηρίας προήλθε από το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τέλος, ακόμη όλα συνοψίζονται και υπάρχουν στην κατηγορία της θεανθρωπότητας ακόμη και η δραστηριότητα του Αγίου Πνεύματος. Κάθε ενεργητικότητα Αυτού στον κόσμο είναι αχώριστη από το θεανθρώπινο ανδραγάθημα του Κυρίου Ιησού Χριστού για τη σωτηρία του κόσμου. Η Πεντηκοστή με όλες τις αιώνιες δωρεές της Τριαδικής Θεότητος και Αυτού του Αγίου Πνεύματος προσδιόριζε την Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων δηλαδή της Αγίας Αποστολικής πίστης, της Αγίας Αποστολικής παράδοσης, της Αγίας Αποστολικής ιεραρχίας, ακόμη και κάθε τι Αποστολικού που είναι θεανθρώπινο.
Η Άγια πνευματική ημέρα η οποία άρχισε με την Αγία Πεντηκοστή αδιάκοπα συνεχίζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία με ανείπωτη πληρότητα όλων των θεϊκών δωρεών και ζωοποιών δυνάμεων. Κάθε τι στην Εκκλησία υπάρχει εν Αγίω Πνεύματι και από αυτό το πολύ μικρό και από αυτό το υπερμεγέθες. Όταν ο ιερείς θυμιάζοντας στην Εκκλησία παρακαλεί τον Κύριο Ιησού Χριστό να καταπέμψει την χάρη του Αγίου Πνεύματος, αλλά και όταν το ανέκφραστο θαύμα του Θεού η Αγία Πεντηκοστή πριν από την χειροτονία του επισκόπου επαναλαμβάνεται και δίδει όλο το πλήρωμα της χάριτος και με αυτό πασιφανώς μαρτυρεί ότι όλη η ζωή της Εκκλησίας συγκροτείται εν τω Αγίω Πνεύματι.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι με το Πνεύμα το Άγιο στην Εκκλησία και η Εκκλησία είναι με το Πνεύμα το Αγιο στον Κύριο Ιησού Χριστό. Ο Κύριος είναι η κεφαλή και το σώμα της και το Πνεύμα το Άγιον είναι η ψυχή της Εκκλησίας. Από την αρχή ήδη της θεανθρώπινης οικονομίας της σωτηρίας το Πνεύμα το Άγιο συνδέθηκε με το θεμέλιο της Εκκλησίας δηλαδή με το θεμέλιο του σώματος του Χριστού «του Λόγου κτίσας την σάρκωσιν».
Στην πραγματικότητα κάθε άγιο μυστήριο και όλες οι θείες αρετές είναι μία Αγιοπνευματικότης. Το Πνεύμα το Άγιο διά μέσου αυτών έρχεται σε εμάς και εντός ημών. Αυτό κατέρχεται ουσιωδώς που σημαίνει αληθινά και ουσιαστικά με όλες τις θεϊκές του σημαντικές ενέργειες. Αυτό -ο πλούτος της θεότητος. Αυτό -το πλήρωμα της χάριτος. Αυτό -η χάρις και η ζωή κάθε υπάρξεως. Είναι αιώνιο και Διαθηκικό Ευαγγέλιο. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός με το Άγιο Πνεύμα κατοικεί σε μας και εμείς σ’ Αυτόν. Αυτό και μόνο μαρτυρεί την παρουσία του Αγίου Πνεύματος σε μας. Εμείς με το Πνεύμα το Άγιο ζούμε εν Χριστώ και Αυτός σε μας. Μάλιστα αυτό το γνωρίζουμε «εκ του Πνεύματος ού ημίν έδωκεν» (Α΄ Ιω. 3,24).
Με μία λέξη όλη η ζωή της Εκκλησίας σε όλες τις δικές τις αναρίθμητες θεανθρώπινες πραγματικότητες οδηγείται και χειραγωγείται από το Πνεύμα το Άγιο το οποίο πάντοτε είναι το Πνεύμα του Θεανθρώπου Χριστού (Γαλ. 4,6). Γι’ αυτό έχει γραφτεί στο Άγιο Ευαγγέλιο «ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ έστιν Αυτού» (Ρωμ. 8,9).
Ο χερουβικά μυηθείς στο θεανθρώπινο μυστήριο της Εκκλησίας σαν το πιο αγαπητό παν-μυστήριο του Θεού ο Μέγας Βασίλειος διακηρύσσει το παναληθές και χαρμόσυνο μήνυμα «Το πνεύμα το Άγιο αρχιτεκτονεί Εκκλησία Θεού».

Πηγή : (Απόσπασμα από τον Γ΄ τόμο της Δογματικής του π. Ιουστίνου), Επισκόπου Αθαν. Γιέβτιτς, Βίος του Οσίου Πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, Εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2001, σ. 155-158)

Το ιατρείο που λέγεται Εκκλησία (ομιλία Αθανασίου Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού)

Μην παροργίζουμε τη φιλανθρωπία του Θεού



Αγ.  Νικολάου Βελιμίροβιτς

Αδελφοί μου, αμαρτήσαμε και στη συνέχεια εξαγνιστήκαμε. Προσβάλαμε τον Παντοδύναμο Θεό μας, και γι’ αυτό τιμωρηθήκαμε. Σπιλώσαμε τις ψυχές μας και ξεπλύναμε την κάθε αμαρτία μας, με το αίμα και τα δάκρυά μας. Ποδοπατήσαμε το καθετί, που ήταν ιερό για τους πατέρες μας, και γι’ αυτό στη συνέχεια ποδοπατηθήκαμε εμείς οι ίδιοι.
Η καταστροφή μας ήταν αναμενόμενη αφού τα σχολεία μας ήταν χωρίς πίστη στο Θεό, οι πολιτικοί μας δεν ήταν έντιμοι, ο στρατός μας δεν είχε πατριωτισμό και οι κυβερνήτες μας δεν είχαν την ευλογία του Θεού. Έτσι καταστράφηκαν τα σχολεία, ο στρατός και όλο το κράτος μας.
Είκοσι χρόνια [τα χρόνια μεταξύ των δύο παγκόσμιων πολέμων] δεν σεβόμασταν τις παραδόσεις μας, και τώρα οι αλλοεθνείς μάς στέρησαν το φως με το σκοτάδι τους.
Είκοσι χρόνια χλευάζαμε τους προγόνους μας, που με την ευσέβειά τους κατέκτησαν τη βασιλεία των Ουρανών. Με το μέτρο όμως που κρίναμε τον Θεό και τους προγόνους μας, με το ίδιο μέτρο και εμείς κριθήκαμε.
[...] Ας μην αμαρτάνουμε, για να μην υποφέρουμε πάλι. Ας μην ποδοπατούμε τα όσια των προγόνων μας, για να μην ποδοπατηθούμε οι ίδιοι. Ας χτίσουμε σχολεία με πίστη, ας αποκτήσουμε κυβερνήτες τίμιους, ας αποκτήσουμε στρατό με πατριωτισμό και κράτος που να έχει την ευλογία του Θεού. Ας προσπαθήσει ο καθένας μας να κατακτήσει τη βασιλεία των Ουρανών. Έτσι μόνο θα επιβιώσει το κράτος μας πάνω στη γη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αν είμαστε δίκαιοι, ο ουρανός θα προσέχει το κράτος μας. Έτσι θα αντέξετε τις σκοτεινές δυνάμεις του Άδη, που κτύπησαν το κράτος μας και σαν εφιάλτης μάς ταλάνισαν και θα μας ταλανίζουν για πολλά χρόνια.
[...] Το δίκαιο λοιπόν είναι να προσφέρουμε ειλικρινή και εκ βαθέων ευχαριστία. Να ευχαριστούμε τον Θεό για την καταστροφή του κράτους μας, αλλά και για τη σωτηρία μας από την καταστροφή. Για την σκλαβιά, όπως και για την ελευθερία. Για τη φρίκη την οποία ζήσαμε, και για τη χαρά που ζούμε. Για τις απώλειες που είχαμε, αλλά και για τα κέρδη. Για εκείνο το αιματηρό σκοτάδι, όπως και γι’ αυτό το φωτεινό, καθαρό, χωρίς σύννεφα πρωινό της καινούργιας μέρας.
Καταστράφηκε το κράτος μας; Να λέμε: Δόξα Σοι, Κύριε. Σε ευχαριστώ Θεέ μου! Πήραμε πάλι πίσω το κράτος μας; Να λέμε πάλι: Δόξα Σοι, Κύριε. Σε ευχαριστώ Θεέ μου: επειδή αν δεν καταστρεφόταν ένα τέτοιο κράτος και συνέχιζε να υπάρχει για άλλα είκοσι χρόνια, θα χανόταν και ο ίδιος ο λαός μας, και τότε αυτό θα ήταν η πραγματική καταστροφή.
Καταστροφή του κράτους ή καταστροφή του λαού; Ο Θεός χάλασε αυτό που άξιζε λιγότερο. Χάθηκε το κράτος, έμεινε όμως ο λαός. Γιατί όσο υπάρχει ο νοικοκύρης θα υπάρχει και το σπίτι. Αν χαθεί ο νοικοκύρης, ποιος θα ξαναχτίσει το χαλασμένο σπίτι;
Νά το δικό μας κράτος: νάτη πάλι η χρυσή μας ελευθερία! Να λέμε: Δόξα σε σένα Κύριε, για το δώρο σου, για την προσευχή σου, για την ανείπωτη φιλανθρωπία σου. Επιτρέψτε μου να σας βροντοφωνάξω από αυτό το φρικτό και ιερό μέρος: Αν πάλι θα ‘μαστε άθλιοι, μακριά από τον Θεό, όπως ήμασταν, θα μας τιμωρήσει πάλι ο Θεός. Το κράτος μας και ο λαός μας θα χαθούν για πάντα. Θα γίνουμε ο περίγελως του κόσμου, το παράδειγμα προς αποφυγήν για τους άλλους.
Πηγή : Απόσπασμα από το βιβλίο, Μέσα από το παράθυρο της φυλακής, εκδ. Ορθόδοξος κυψέλη 2012

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΠΡΩΗΝ ΜΑΣΟΝΟΥ-INTERVIEW WITH AN EX-VAMPIRE

Ανάκληση εἰς μετάνοια


Μεταπτωτικὰ ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ ὄχι μόνο του νόμου τῆς ἁμαρτίας τοῦ «ἐν τοῖς μέλεσι διεσπαρμένου», ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι τῶν ἀλλοιώσεων καὶ τῶν ποικίλων τροπῶν, ποὺ ὑπάρχουν καὶ αὐτὲς σὰν κακοὶ γείτονες. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ παράγοντες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ συνεχῶς μᾶς ὠθοῦν, μᾶς ἀποπλανοῦν, μᾶς παρασύρουν στὸ νὰ μὴν ἠμποροῦμε νὰ φυλάξωμε αὐτὸ ποὺ θέλομε. Καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν λοιπόν, εὑρισκόμεθα εἰς συνεχῆ μετάνοια. Ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες, ἔστω καὶ ἂν εἶναι μία μόνο ἡμέρα ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν τίθεται θέμα ἀναμαρτησίας.
Αὐτὸ τὸ νόημα τῆς μετανοίας, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ βασικὰ μᾶς ἀπασχολεῖ. Κατὰ τοὺς Πατέρες, ὁ Θεὸς δὲν λυπᾶται τόσο ἂν ὁ ἄνθρωπος, τρόπον τινά, δὲν τὰ κατάφερε καὶ ἁμάρτησε. Δὲν τὸν κρίνει γι᾿ αὐτό. Ἐκεῖνο ποὺ λυπεῖ τὴν Χάρι, εἶναι ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ μετανοήση. Αὐτὸ εἶναι ἕνα εἶδος ἀπογνώσεως, ἕνα εἶδος βλασφημίας πρὸς αὐτὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐντείνωμε τὴν προσπάθειά μας. Καὶ ἐφ᾿ ὅσον θέμα ἀναμαρτησίας δὲν τίθεται, νὰ τίθεται θέμα συνεχοῦς μετανοίας. Νὰ πείθωμε τὴν ἐνδημοῦσα σὲ μᾶς θεία Χάρι, ὅτι τὰ σφάλματα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν δὲν εἶναι ἐκούσια. Ποτέ μας δὲν θέλομε νὰ ἀρνηθοῦμε καὶ νὰ προδώσωμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μέσα στὴν ἀδυναμία, ἀπειρία καὶ ἀγνωσία, περικλείονται ὅλα μας τὰ λάθη. Καὶ συνεχῶς πίπτοντες, φωνάζαμε τὸ «ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», νὰ ἐπικαλούμεθα νέα μορφὴ συνεργείας τῆς Χάριτος, οὕτως ὥστε νὰ ὁλοκλήρωση τὴν γνῶσι μας καὶ τὶς δυνάμεις μας, γιὰ νὰ ἰδοῦμε καλὰ καὶ νὰ ἐνεργήσωμε σωστὰ καὶ ἔτσι νὰ ἠμπορέσωμε εἰς αὐτὲς τὶς δύσκολες ἡμέρες νὰ ὀρθοποδήσωμε. Γιατὶ κατὰ τὸν Παῦλο «ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία» τώρα, «ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν». Βλέποντες ὅλοι μας καὶ ἔχοντες πεῖρα τῶν γεγονότων, ἀντιλαμβανόμεθα «ἐγγίζουσαν τὴν ἡμέραν». Παρατηροῦμε νὰ δυναμώνῃ περισσότερο τοῦ ἐχθροῦ μας ἡ δύναμι, ἀλλὰ καὶ ἡ ἰδική μας ἔκτασι νὰ περιορίζεται, λόγω του ὅτι οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀποφεύγουν, περισσότερο ἀπομακρύνονται καὶ ἔτσι τὸ κοινωνικὸ σύνολο γίνεται καὶ αὐτὸ ἐμπόδιο· διότι οἱ ἄνθρωποι οἱ πνευματικοὶ ἐμειώθησαν, ἔμεινε τὸ «λείμμα», ἐλάχιστοι. Πόσο πρέπει νὰ εἴμεθᾳ προσεκτικοὶ καὶ ἑνωμένοι γιὰ νὰ τὰ βγάλωμε πέρα! Τὸ θέμα τῆς ἐπιτυχίας μας δὲν εἶναι θέμα τεχνικό, ὥστε νὰ ἀποδώσωμε τὸ βάρος στὴν συμμαχία τῶν συνανθρώπων μας. Χρήσιμο εἶναι ἐὰν εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ὁμοϊδεᾶται.
Τὸ κέντρο ὅμως τῆς ἐπιτυχίας, εἶναι ἡ συμμαχία τῆς Χάριτος. «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ὅλη μας ἡ προσοχὴ εἶναι στὸ πῶς νὰ κρατήσωμε μαζί μας τὴν ἐνέργεια τῆς Χάριτός Του, τὸ «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20). Αὐτὸ τὸ «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμί» πρέπει νὰ τὸ προσέξωμε πάρα πολύ, ἐὰν πράγματι εἶναι «μεθ᾿ ἡμῶν». Διότι «δυνάμει» ὁ Θεὸς Λόγος εἶναι «μεθ᾿ ἡμῶν». «Δυνάμει» δὲν ἀπουσιάζει ἀπὸ πουθενά. Ἀλλοίμονο ἂν συμβῇ τοῦτο! Ἐὰν ἀπουσιάση κλάσμα δευτερολέπτου ἀπὸ τὴν κτίσι, αὐτὴ θὰ ἐξαφανισθῆ. Αὐτὸς εἶναι τὸ Πᾶν τοῦ παντός. «Δυνάμει» εἶναι μαζί μας.
Εἶναι ὅμως «ἐνεργείᾳ» μαζί μας; Λέγει ἕνα σοφὸ λόγο ὁ Ὠριγένης: «Τί μοὶ ὄφελος, εἰ ὁ Λόγος σεσάρκωται καὶ ἐγὼ Αὐτὸν οὐ κατέχω;» Καὶ λέω καὶ ἐγὼ τώρα. Τί θὰ μᾶς ὠφελήση ἐὰν «δυνάμει» εἶναι μαζί μας ὁ Θεὸς Λόγος, ἀφοῦ «ἐνεργείᾳ» δὲν τὸν αἰσθανόμεθα; Καὶ φυσικὰ δὲν πταίει Αὐτός. Πταίομε ἐμεῖς, μὴ κάνοντας καλὸ χειρισμό. Γι᾿ αὐτὸ ἡ προσοχή μας νὰ εἶναι εἰς αὐτὸν τὸν τομέα. Στὸ πῶς ἀνὰ πᾶσαν ὥρα νὰ μὴν χάνωμε τὶς εὐκαιρίες καὶ τὰ μέσα ποὺ θέτουν εἰς ἐνέργεια τὴν παρουσία τῆς θείας Χάριτος. Μαζὶ μὲ αὐτή, ποὺ «τὰ ἀσθενῆ θεραπεύει καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῖ» νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ὁλοκληρώσουμε τὸν σκοπό μας πρὸς ἐπιτυχία, διότι «αἱ ἡμέραι πονηραὶ εἰσιν». «Ἐν σοφίᾳ πρὸς τοὺς ἔξω περιπατεῖτε». Κοιτάξετε ἀπὸ ποῦ συνιστάμεθα. Ἀπὸ τὰ ἔξω, ἀπὸ τὰ πέριξ, ἀπὸ τὰ ἔσω. Πῶς ἐπιβουλεύει τὸν ἄνθρωπο ἡ ἁμαρτία; Κεντᾷ ἀπὸ τὰ ἔξω, κατ᾿ εὐθεῖαν. Ρίπτει στὴν ὀθόνη τῆς διανοίας τὴν εἰκόνα, ὁποιανδήποτε εἰκόνα ἐφάμαρτη καὶ προκαλεῖ τὸν νοῦ. Τὸν προκαλεῖ νὰ περιεργαστῆ τὴν εἰκόνα. Ὁ νοῦς πρέπει νὰ προσέξη. Τί εἶναι αὐτὴ ἡ εἰκόνα; Χρειάζεται ἢ ὄχι; Ἂν ὁ νοῦς εἶναι ὑγιής, τὴν ἀπορρίπτει ἀμέσως. «Ὑπάγε ὀπίσω μου, σατανᾶ, Κύριον τὸν Θεόν μου προσκυνήσω καὶ Αὐτῷ Μόνῳ λατρεύσω». Παρὰ ταῦτα ἡ ἁμαρτία δὲν ὑποχωρεῖ καὶ δὲν φεύγει μολονότι ἡττήθη μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐκτύπησε. Ἀφήνει τὴν κατ᾿ εὐθεῖαν κίνησι καὶ παίρνει τὴν πλαγία καὶ κτυπᾷ ἐν ὀνόματι τῆς προφάσεως, ἐν ὀνόματι τῶν φυσικῶν νόμων, ἐν ὀνόματι τῆς χρείας. Καὶ ὅμως εἶναι δόλος. Παραμερίζει τὴν κατ᾿ εὐθεῖαν κροῦσι καὶ παίρνει τὴν δολία. Ἐὰν καὶ εἰς αὐτὴ ὁ νοῦς προσέξη, τὸ ἐξετάση καλὰ - διότι ἡ ἀπόφασί του εἶναι ὁ ἀληθὴς νόμος τῆς χρείας καὶ ὄχι τῆς ἐπιθυμίας - τότε ἀφήνει αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ παίρνει τὴν βία. Ὁρμᾷ ἐν ὀνόματι τοῦ πάθους, μὲ σατανικὴ ἐνέργεια καὶ πιάνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν λαιμό, νὰ τὸν στραγγαλίση. Ἐκβιάζει πλέον, ὅπως ἔκανε ὁ Ναβουχοδονόσορ- «ἢ θὰ προσκυνήσετε τὴν εἰκόνα μου, διότι τὸ θέλω ἐγώ, ἢ θὰ σὰς ρίξω στὴν κάμινο». Καὶ εἰς αὐτὲς τὶς φράσεις εὑρίσκεται ὁλόκληρος ὁ δαίδαλος τοῦ σατανικοῦ πάθους, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο κτυπᾷ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι συνεχῶς ξύπνιος, νὰ μὴν παρασυρθῆ, διότι ἡ ἁμαρτία δὲν ὑποκύπτει, δὲν ὑποχωρεῖ, θὰ μεταχειρισθῆ ὅλους τοὺς δόλους καὶ τοὺς τρόπους γιὰ νὰ ἀπατήση τὸν ἄνθρωπο. Ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νὰ προσέξωμε, διότι μετὰ τὴν ἁμαρτία ἀκολουθεῖ ἀπογοήτευσι, ὅπως μετὰ τὸ τραῦμα ἀκολουθεῖ πόνος·δὲν εἶναι φυσικὸ φαινόμενο, ἀλλὰ σύμπτωμα. Ἔτσι καὶ αὐτὰ ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν ψυχή, ἀπόγνωσι καὶ ἀποθάρρυνσι, δὲν εἶναι φυσικὰ φαινόμενα, ἀλλὰ διαβολικότατα, παρόλο ποὺ παρουσιάζονται μὲ μορφὴ φυσική! Ἐδῶ λοιπὸν χρειάζεται πολλὴ προσοχή, γιὰ νὰ μὴν χάση ὁ ἄνθρωπος τὸ θάρρος του, ὅταν κάνῃ λάθος, ἐφ᾿ ὅσον ἀλάνθαστη ζωή, ὡς γνωστό, δὲν ὑπάρχει. Ἀκοῦμε πολλὲς φορὲς ἀνθρώπους νὰ λέγουν: «Μὰ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ὁ Θεὸς δὲν μοῦ ἀκούει», «μὰ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ δὲν ἔχω θάρρος καὶ δὲν τὰ καταφέρνω· εἶμαι ἀνάξιος». Ὅλα αὐτὰ εἶναι προφάσεις ἀπὸ τὰ δεξιά, ἐνῷ δὲν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ὁ Θεὸς ἦρθε γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. Δὲν τίθεται θέμα ἀναξιότητος. Ὅσο πιὸ ἀνάξιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιὸ πολὺ ἀνάγκη ἔχει νὰ καταφεύγῃ στὸν Θεό. Καὶ αὐτοὺς πιὸ πολὺ ὁ Θεὸς «προσίεται», γιατὶ ὅπως εἶπε, ἦρθε γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς ὄχι γιὰ τοὺς ὑγιεῖς.
Ἑπομένως αὐτὸ στὴν πρακτικὴ μορφὴ εἶναι πολὺ χρήσιμο, νὰ μένῃ ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὸ λάθος καὶ νὰ μὴν χάνῃ τὸ θάρρος του. Καὶ αὐτὸ θέλει ἀνδρεία καὶπροαίρεσι νὰ τὸ κατορθώση καὶ ὅμως εἶναι τόσο ἀπαραίτητο. Ὅταν ὅλα αὐτὰ τὰ προσέχει ὁ ἄνθρωπος, τότε εὑρίσκεται ὁ νοῦς του σὲ μιὰ κατάστασι μαχητικότητος, σὲ μιὰ κατσάστασι ἐγρηγόρσεως, οὕτως ὥστε πάντοτε προσέχει καὶ ποτὲ δὲν ἀπατᾶται. Καὶ προσέχοντας ἔτσι, κατ᾿ ἀνάγκην εὑρίσκεται σὲ συνεχῆ μετάνοια, καὶ συνεχὴς μετάνοια εἶναι, ἀνὰ πᾶσαν ὥρα νὰ ὁμολογῇ στὸν Θεό:
«Ἥμαρτον, Κύριε, δὲν τὰ κατάφερα. Βοήθησέ με. Παράμεινε μαζί μου. Σὺ εἶπες: χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἔχω καταλάβει. Τὸ ἔκαμα συνείδησι. Γι᾿ αὐτὸ ἐπιμένω. Κρούω, ζητῶ, αἰτῶ, δὲν θὰ παύσω νὰ ἐνοχλῶ. Δὲν μπορῶ χωρὶς Ἐσένα. Δὲν πρόκειται νὰ φύγω. Ἐὰν δὲν βαρύνονται τὰ ὦτα Σου νὰ μὲ ἀκούουν, δὲν θὰ βαρεθῆ καὶ τὸ στόμα μου νὰ φωνάζῃ. Ἐπιμένω, εἶναι ἀλάνθαστος ἡ κρίσι Σου στὸ νὰ μὲ ἀνακαλέσης σὲ μετάνοια. Τοῦτο τὸ ἔκανες Σύ, θεία Παναγαθότης, δὲν τὸ ἔκανα ἐγώ. Οὔτε ἤξερα τὸν Θεό, οὔτε ἦταν δυνατὸ νὰ τὸν ἀνακαλύψω. Σύ, Κύριε, Πανάγαθε, ᾖρθες καὶ μὲ εὑρῆκες καὶ μὲ ἐφώναξες νὰ σὲ ἀκολουθήσω. Αὐτὸ τὸ ἐπῆρα, τὸ θέλω, τὸ ἐπιθυμῶ. Δὲν τὰ καταφέρνω ὅμως. Γι᾿ αὐτὸ ἐπιμένω, θέλω νὰ μὲ βοηθήσης. Πρέπει αὐτὸ ποὺ ἐχάρησες νὰ μὴν τὸ ἀπολέσω».
Βλέπετε! Σὰς ἔκαμα μία εἰκόνα, πῶς εἶναι ὁ τρόπος τῆς πραγματικῆς μετανοίας. Αὐτὲς οἱ διαθέσεις πρέπει νὰ εὑρίσκονται στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ εὑρισκομένου ὑπὸ μετάνοια. Ἐὰν αὐτὸ τὸ συνεχίζει ὁ ἄνθρωπος πραγματικά, γεννᾶται μέσα του ἕνα ἄλλο εἶδος θάρρους, τὸ ὁποῖο δὲν ἐγνώριζε πρίν. Εἶναι μία μορφὴ παρρησίας. Αὐτὴ τὴν παρρησία ποὺ ἔχουν τὰ παιδιὰ πρὸς τὸν πατέρα τους, τὴν ὁποία δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀποκτήσουν οἱ ὑπηρέται καὶ οἱ ὑπάλληλοι. Καὶ τοῦτο γίνεται ἀπὸ τὸ θάρρος αὐτό, μέσῳ τοῦ ὁποίου πολεμᾷ τὴν ἁμαρτωλότητα καὶ κρατᾷ τὸν ὅρο τῆς μετανοίας. Αὐτὸ στὴν πρακτικὴ εἶναι πάρα πολὺ ἀπαραίτητο, γιὰ ὅλους μας ἀνεξαιρέτως, περισσότερο ὅμως στοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ζοῦν στὴν κοινωνία, ποὺ εὑρίσκονται πιὸ ἐκτεθειμένοι μέσα στὰ αἴτια. Μετὰ τὴν πτῶσι ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τὴν προσωπικότητά του καὶ ἔγινε ἐπιρρεπὴς πρὸς τὰ αἴτια πλέον καὶ μᾶλλον ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτά. Ἐάν, ὅταν ἦταν ὁλοκληρωμένη προσωπικότης, κατόρθωσαν καὶ τὸν ἐπλάνησαν, σκεφθῆτε τώρα ποὺ δὲν ἔχει προσωπικότητα καὶ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπίδρασί των, πόσο ἰσχυρὰ εἶναι αὐτά· καὶ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει δύναμι, διότι εἶναι τραυματισμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ μὲ τὰς αἰσθήσεις του καθόλου ὑγιεῖς, τότε γίνεται λεία δυστυχῶς καὶ θῦμα αὐτῶν τῶν παραγόντων. Ἑπομένως ἔχει ἀνάγκη νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ συνεχῆ μετάνοια, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ταπεινὸ φρόνημα, διότι ἡ πραγματικὴ μετάνοια εἶναι ἡ πρακτικὴ ταπεινοφροσύνη. Ἡ πρακτικὴ ταπεινοφροσύνη καὶ ταπείνωσι, εἶναι ἡ μόνη θέσι τῶν λογικῶν ὄντων, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὸ θεῖο ἔλεος. «Ταπεινοῖς δίδωσι χάριν καὶ ὑπερηφάνοις ἀντιτάσεται» ὁ Θεός. Ἐφ᾿ ὅσον ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ἐκμεταλλευθοῦμε. Τὸ νόημα εἶναι πλέον σαφές. Χωρὶς τὴν συνεργασία τῆς Χάριτος, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὰ βγάλωμε πέρα. Πρέπει λοιπόν, νὰἐπινοήσωμε τρόπους, νὰ προκαλέσωμε περισσότερο τὴν συμπαράστασι τῆς Χάριτος, ὥστε μαζὶ μὲ αὐτὴ νὰ ἠμπορέσωμε νὰ ἐπιτύχωμε. Τί λέγει ὁ Παῦλος; «Πάντα Ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ». Καὶ ὁ Ἰησοῦς μᾶς λέει: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ὁ Παῦλος ἔχοντας πεῖρα τῆς παρουσίας τῆς θείας Χάριτος, ὁμολογεῖ καὶ λέει: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ». Ἐὰν λοιπόν, «πάντα ἰσχύωμεν» ἐν τῇ ἐνδυναμούσῃ Χάριτι, ἄρα ὅλη μας ἡ προσπάθεια εἶναι πῶς νὰ τὴν τραβήξωμε μαζί μας. Ὅλες οἱ ἀρετὲς εἶναι ἀφετηρία στὸ νὰ προκαλέσουν καὶ νὰ συγκρατήσουν τὴν Χάρι. Ἡ κεντρικωτέρα ἀπὸ ὅλες, κατὰ τοὺς Πατέρες μας, εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Αὐτὴν πάρα πολὺ ἀγαπᾷ ἡ Χάρις, καὶ δὲν εἶναι παράδοξο.
Ἐφ᾿ ὅσον μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Ἰησοῦς μας, ὅτι Αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «πρᾶος καὶ ταπεινός τῇ καρδίᾳ» ἄρα τὸ θέμα τῆς ταπεινοφροσύνης δὲν εἶναι μία ἁπλὴ προτίμησι τῆς θείας φύσεως, τῆς θείας ἀπαιτήσεως πρὸς τὰ λογικὰ ὄντα, ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο προσίεται ἡ θεία φύσι, γιὰ λόγους ποὺ ξέρει ὁ Πανάγαθος Θεός· καὶ ἐφ᾿ ὅσον εἶναι στὴν ἰδιότητά Του, στὴν ὀντότητά Του ταπεινός, ἄρα γεννᾶται διπλὴ ἡ ὑποχρέωσι νὰ εἴμεθᾳ καὶ ἐμεῖς πλέον ταπεινοί. Ἐφ᾿ ὅσον ἡ ταπεινοφροσύνη τόσο πολὺ βοηθᾷ, ὁ πρακτικὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο συντελεῖται, εἶναι ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια. Ὁ εἰλικρινῶς μετανοῶν, συνεχῶς εὑρίσκεται προσπίπτων στὸν Θεό. Ἐπιρρίπτει τὸν ἑαυτό του στὸν Θεό, καὶ συνεχῶς φωνάζει· «ἱλάσθητί μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ», «ἐλέησόν με, Πανάγαθε, κατὰ τὸ μέγα Σου ἔλεος», «συγχώρα με, Κύριε, δὲν τὰ καταφέρνω», «ἔλα, Κύριε, παρέμεινε μαζί μου». Καὶ ἐφ᾿ ὅσον ὅπως λέει ὁ Δαυίδ, «ἐταπεινώθην καὶ ἔσωσέ με ὁ Κύριος», ἰδοὺ ἕνας ἁπλὸς τρόπος νὰ ἔχουμε μαζί μας τὴν συμμαχία τῆς Χάριτος καὶ νὰ ἐπιτύχωμε ἀρτιώτερα καὶ τελειότερα τὴν σωτηρία μας. Γι᾿ αὐτὸ κανεὶς ἀπὸ μᾶς τοὺς πιστοὺς νὰ μὴν φεύγῃ ἀπὸ τὰ περιθώρια τῆς ταπεινοφροσύνης. Ἡ σωτηρία μας εἶναι καὶ λέγεται «δωρεὰν σωτηρία». Γιατὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι ὅλες οἱ ἀρετὲς εἶναι χρήσιμες, ἀλλὰ πάρα πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς ἔχουν μία ἀγωνιστικότητα, τὴν ὁποία δὲν διαθέταμε ὅλοι μας. Διότι ἡ πρακτικὴ ἀγωνιστικότητα χρειάζεται αὐθορμητισμό, πολλὴ ἀποφασιστικότητα, πολλὴ φιλοπονία, συνεχῆ ἐπαγρύπνησι, πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομε πάντοτε. Τὸ νὰ κρατήσωμε τὴν ταπεινοφροσύνη - καὶ αὐτὸ εἶναι κουραστικὸ - δὲν εἶναι ὅμως ὑπὲρ τὴν φύσι μας, πρᾶγμα δηλαδὴ ἀκατόρθωτο. Διότι τὸ νὰ σκέπτεται κανεὶς ταπεινά, εἶναι τὸ πιὸ ἁπλὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἴμεθα καὶ ταπεινοί; Δηλαδή, εἴμεθα κατὰ κυριολεξία ταπεινοί, ἐφ᾿ ὅσον ἡ ἁμαρτία μᾶςσυνέτριψε. Ἂν φρονοῦμε ταπεινά, εἴμεθα ἀληθεύοντες, διότι ἀνακαλύψαμε τὴν πραγματική μας προσωπικότητα, ποὺ τὴν συνέτριψε ἡ ἁμαρτία. Διότι οὔτε τὸ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσι» τὸ ὁποῖο μᾶς ἐχάρισε ὁ Θεὸς στὴν δημιουργία ἀξιοποιήσαμε, οὔτε τὸ θέμα τῆς Χάριτος καὶ τῆς υἱοθεσίας, τὸ ὁποῖο μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς μὲ τὴν παρουσία του, ἔχομε. Τὸ νὰ σκέπτεται λοιπὸν κανεὶς ταπεινὰ τί εἶναι; Ἡ ἀνακάλυψι τῆς ἀλήθειας, τῆς πραγματικότητος. Αὐτὲς οἱ θεωρίες εἶναι φυσικὲς καὶ πάρα πολὺ βοηθοῦν. Εἶναι εὔκολο ὁ καθένας μὲ αὐτὲς νὰ ἀσχολῆται, ἕως ὅτου εὕρη πράγματι, σὺν τῇ Χάριτι, τὴν πνευματικὴ ταπείνωσι, ὁπότε ὁλοκληρώνεται ἐκεῖ ἡ προσωπικότητά του. Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια ἀπεκάλυψε τὴν ταπεινοφροσύνη, ἡ δὲ εἰλικρινὴς ταπεινοφροσύνη ἔδωσε τὴν ὁλοκληρωμένη μετάνοια. Τὸ ἕνα γεννᾷ τὸ ἄλλο.
Ὅπως εἴπαμε καὶ πρίν, ἐφ᾿ ὅσον ἀναμαρτησία δὲν ὑπάρχει, τίθεται μόνο θέμα εἰλικρινοῦς μετανοίας. Συνεργούσης τῆς Χάριτος, ἀρχίζει στὸν ἄνθρωπο (ἐκεῖ ὁποὺ ἡ ἁμαρτία εἶχε ἄλλοτε ἐπίδρασι δυναστικὴ καὶ τὸν ἐξεβίαζε εἴτε κατὰ διάνοια, εἴτε ἀπὸ μέρους τῶν αἰσθήσεων, σὰν αἰχμάλωτο) μετὰ ἀπὸ εἰλικρινῆ μετάνοια, νὰ ἐξασθενῇ μέσα του ἡ δύναμί της καὶ ἐκεῖ ποὺ ἄλλοτε τὸν ἐστραγγάλιζε καὶ τὸν ἀπασχολοῦσε, σιγὰ-σιγὰ παραμένει μόνο μιὰ ψιλὴ μνήμη. Καὶ ἂν ἀγωνισθῆ ὁ ἄνθρωπος, αὐτὴ ἡ ψιλὴ μνήμη χάνεται καὶ τοῦ ἔρχεται ἀηδία πρὸς τὴν ἁμαρτωλότητα, διότι στὴν πραγματικότητα ἡ ἁμαρτωλότης εἶναι παραφροσύνη, γιατὶ ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα ἄ-λογο πρᾶγμα, παράλογο, «παρὰ φύσι». Οὔτε φυσικό, οὔτε χρειῶδες εἶναι. Εἶναιπαράνοια, ἕνας παραλογισμός, μιὰ παρερμηνεία. Δὲν ἔχει φύσι, οὔτε θέσι. Δημιουργεῖται ἐλλείψει τοῦ καλοῦ. Ὅταν κανεὶς ἐξυγιανθῆ, βλέπει αὐτὸ τὸ τέρας καὶ τὸ ἀπεχθάνεται. Τὸν καιρὸ ὅμως τῆς ἀμετανοησίας του, τοῦ ἐπιβάλλεται καὶ τὸν στραγγαλίζει. Ἔχομε τὴν ἀνάγκη τῆς συμπαραστάσεως τῆς Χάριτος, γιὰ νὰ ἠμπορέσωμε σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴν βοήθειά της νὰ ἀποφύγωμε τὴν ἁμαρτωλὴ διάθεσι. Νὰ ἀποφύγωμε πρῶτα τὴν «κατ᾿ ἐνέργεια ἁμαρτία», μετὰ τὴν «κατ᾿ ἐνέργεια ἐπιθυμία καὶ σκέψι», οὕτως ὥστε νὰ ἐξαλειφθῆ τελείως ἀπὸ τὴν διάνοιά μας. Τότε καθαρίζει ὁ νοῦς καὶ γίνεται πλέον ἐλεύθερος στὸ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ λογίζεται πάντα αὐτὰ τὰ ὁποῖα θέλει ὁ Θεός. Συνεχίζοντας - σὺν τῇ Χάριτι - γίνεται καὶ «τῇ καρδίᾳ καθαρός», ὁπότε ὁλοκληρώνεται πλέον μέσα στὰ περιθώρια τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ ἐπιτυγχάνει τὶς θείες ἐπαγγελίες, ὅπως μᾶς παραδίδουν οἱ Πατέρες μας. Γι᾿ αὐτὸ χρειάζεται προσοχή, οὕτως ὥστε νὰ ἀξιολογοῦνται ὁ χῶρος, ὁ χρόνος, ὁ τόπος, τὰ μέσα, οἱ δυνάμεις, τὰ πάντα. Νὰ μὴν χάνεται τίποτε. Γιὰ νὰ γίνονται ὅλα αὐτά, πρέπει νὰ εὑρίσκεται ὁ νοῦς στὴν βάσι του. Καὶ ὁ νοῦς κρατεῖται στὴν βάσι του μόνο με τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ πιὸ ἀποτελεσματικὸς τρόπος εἶναι ἡ «εὐχή». Γι᾿ αὐτὸ ὁ Παῦλος ἐπιμένει στὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι». Ἐὰν ὁ νοῦς εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, ὅλα τελειώνουν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρασυρθῆ. Ἡ ἁμαρτία μὴ ἔχοντας πρόσωπο, οὔτε φύσι, οὔτε θέσι, μόνο διὰ τῆς ἀπάτης, τοῦ δόλου καὶ τοῦ ἐκβιασμοῦ εἰσέρχεται. Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως εὑρίσκεται στὴν θέσι του, εἶναι ἀδύνατο νὰ πλανεθῇ. Δὲν μπορεῖ ἡ ἁμαρτία τίποτε νὰ κάνῃ, στέκεται μόνο σὲ μιὰ ψιλὴ ὑπόμνησι καὶ τίποτε ἄλλο. Παράδειγμα ὁ Ἰησοῦς μας. Μετὰ τὸ βάπτισμα ἀπεσύρθη στὴν ἔρημο καὶ ἐνήστευε. Ἐκεῖ ἐδέχθη τὴν ἐπίθεσι τοῦ σατανᾶ, μὲ τοὺς τρεῖς κορυφαίους πειρασμούς. Ὑπὸ ἁπλὴ ὑπόμνησι μόνο, τίποτε παραπάνω. Τὸν προκαλεῖ πρῶτα στὴν φιλαυτία. «Ἀφοῦ ἐπείνασες, δὲν τρῷς;» «Ναὶ - λέει - θὰ φάω ὅποτε θέλω ἐγώ. Τότε μόνο». Τί νόημα ἔχει αὐτό; Δὲν θὰ ὑποκύψω στὴ φιλαυτία τῆς ὀρέξεως, θὰ ὑποκύψω στοὺς ὅρους τῆς χρείας μόνο. «Θὰ φάω ὁπότε θέλω ἐγώ, ὄχι ὅποτε μοῦ πεῖς ἐσύ». Εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς χρήσεως, ὄχι τῆς παραχρήσεως. Ἀποδεικνύει δηλαδή, ὅτι ὁ ἄνθρωπος τρώει γιὰ νὰ ζῇ καὶ δὲν ζῇ γιὰ νὰ τρώῃ. Ἔρχεται ὁ δεύτερος πειρασμός, τοῦ ἐγωισμοῦ. Τοῦ λέει: «Ἀφοῦ εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, βάλε σὲ πειρασμό, εἰς ἐνέργεια τὴν Χάρι, νὰ ἀπόδειξης ὅτι ἀφοῦ εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ θὰ σὲ σώσῃ». «Ναὶ - ἀπαντᾶ - ἔτσι εἶναι. Ἀλλὰ δὲν θὰ πειράξω τὸν Θεό. Ξέρω ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας καὶ προνοεῖ, θὰ προνοήση Ἐκεῖνος, γιατὶ ξέρει πότε ἔχω χρεία, δὲν θὰ τὸν βάλω ἐγὼ σὲ πειρασμό». Αὐτὴ ἦταν ἡ δύναμι τοῦ σατανᾶ. Καὶ ἔφυγε, «καὶ ἄγγελοι προσῆλθαν καὶ διηκόνουν Αὐτῷ» (Ματθ. 4,11). Ἐδῶ ἐννοεῖται ἡ Χάρις τοῦ ἁγιασμοῦ.
Ὑπὸ μορφή, λοιπόν, μόνο προσβολῆς ἔρχεται ἡ ἁμαρτία. Ὅταν ὅμως ἡττηθῆ ὁ ἄνθρωπος κατ᾿ ἐπανάληψι, τότε πηγαίνει δυναστικὰ καὶ τὸν δένει καὶ τὸν σέρνει. Αὐτὴ εἶναι αἰχμαλωσία πλέον. Εἴπαμε ὅμως προηγουμένως πῶς γίνονται ὅλα αὐτά. Γιὰ νὰ ἠμπορέσῃ ὁ νοῦς μας, μὲ ἀνοικτὰ τὰ μάτια νὰ παρακολουθῇ πόθεν τοῦ ἔρχονται οἱ προσβολὲς καὶ νὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα νὰ ἀμύνεται, πρέπει νὰ τὸν κρατήσωμε στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Εὐκολώτερος τρόπος τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν προσευχή, δὲν ὑπάρχει· γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐνομοθετήθη ὑπὸ τοῦ Παύλου τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι». Καὶ δὲν εἶναι παράξενο ὅτι τὸ εὑρίσκαμε αὐτὸ καὶ στοὺς ἁγίους Ἀγγέλους, ὅπου εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς ὑπάρξεώς τους, ἕνα ἔχουν νὰ κάνουν συνεχῶς, νὰ ὑμνοῦν τὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ λογικὰ ὄντα στὴν αἰωνιότητα, στὴν παλιγγενεσία, μεταφερόμενα στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ θὰ κάνουν. Καὶ ἐδῶ γιὰ νὰ χαρακτηρισθῆ ἕνας ἄνθρωπος ὅτι εἶναι ἀληθινὰ πνευματικός, πρέπει νὰ ἔχῃ μέσα του συνεχῆ εὐχή. Αὐτὸ εἶναι τὸ τρανὸ δεῖγμα ὅτι πρόκοψε πνευματικά. Ἄρα ἡ ζωὴ τοῦ μέλλοντος εἶναι ἡ συνεχὴς εὐχή, συνεχὴς ἀνακύκλησι τοῦ θείου Ὀνόματος μέσα μας. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ δόξα μας καὶ ἡ ἀνάπαυσί μας. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶπα, γιὰ νὰ μὴν μᾶς φανῆ παράξενο γιὰ τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔχομε νὰ εἴμεθᾳ συνεχῶς «εὐκτικὰ ὄντα», νὰ προσευχώμεθᾳ πάντοτε. «Τίς σοφὸς καὶ συνήσει ταῦτα καὶ φυλάξει τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου;» Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς, ἔχομε ἐπιτακτικὸ καθῆκο νὰ ἐξασκήσωμε τὴν προσευχὴ μέσα μας, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό μας. Κρατώνταςὁ νοῦς τὴν προσευχή, εἶναι ξύπνιος καὶ βλέπει πόθεν ἔρχονται οἱ λογισμοὶ καὶ τί σκοπὸ ἔχουν τὰ ποικίλα τεχνάσματα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ προσπαθοῦν νὰ τὸν ἀπατήσουν. Ἡ μετάνοια ἀνακαλεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ κατάστασι καὶ τὸν φέρνει στὴν φυσική. Ὅταν ἔλθη ὁ ἄνθρωπος στὴν φυσικὴ κατάστασι, μακρὰν τῶν παθῶν καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν, τότε τὸν τραβᾶ ἡ θεία Χάρις στὸ «ὑπὲρ φύσιν», ποὺ εἶναι ὁ ἁγιασμός. Εἶναι ἀδύνατο ὅμως νὰ ἐπιδράση πάνω του ἡ Χάρις καὶ νὰ παραμείνη μαζί του ἐὰν ἁμαρτάνῃ, διότι ἡ ἁμαρτωλότης εἶναι «παρὰ φύσιν» καὶ ὁ Θεὸς «ἐν σώματι καταχρέω ἁμαρτίας οὐκ εἰσελεύσεται». Ἑπομένως πάση δυνάμει, κάθε ἄνθρωπος, κάθε πιστός, πρέπει νὰ συγκρουστῆ μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ ὅ,τι ἔχει γίνει μέχρι τώρα κατὰ λάθος, νὰ μὴν ἐπαναληφθῆ νὰ φθάση στὴν κατάστασι νὰ μὴν ἁμαρτάνῃ πρακτικὰ καὶ νὰ κλαίῃ γιὰ τὶς περασμένες ἁμαρτίες. Μὴ ἀμαρτάνοντας πρακτικά, παύει νὰ δανείζεται. Κλαίοντας γιὰ τὶς περασμένες ἁμαρτίες, πληρώνει τὰ παλαιὰ καὶ τότε ἰσορροποῦν οἱ σχέσεις του μὲ τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρακτικὸς τρόπος τῆς μετανοίας. Ἀφοῦ ἰσορροπήσουν οἱ σχέσεις μας μὲ τὸν Θεό, τότε ἐπιδρᾷ ἐπάνω μας ἡ θεία Χάρις, διότι «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω καὶ οἱ ἐξουθενοῦντες με ἀτιμασθήσονται». Εἶναι ἀδύνατο ἡ θεία Χάρις, ἡ ὁποία εἶναι μέσα μας, ὅταν τῆς δοθοῦν οἱ προϋποθέσεις, νὰ μὴν ἐνεργήση. Γι᾿ αὐτὸ ἐξ ἄλλου ὑπάρχει καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἡ προέκτασι τοῦ Ἰησοῦ μαζί μας, ποὺ λέει ὅτι «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας». Διὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν μυστηρίων προεκτείνεται μαζί μας καὶ συνεχίζει νὰ εὑρίσκεται πάντοτε μαζί μας, ὁποιανδήποτε ὥρα ἐπικαλεσθοῦμε τὴν συμπαράστασί Του.
Εἶναι τόσο ἁπλό. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀξιολόγηση τὶς ἐνέργειές του στὴν ζωὴ αὐτὴ καὶ νὰ μὴν χάνῃ οὔτε χρόνο, οὔτε χῶρο, οὔτε πρόφασι, οὔτε δύναμι ἀπὸ ὅσας διαθέτει ἡ ψυχοσωματική του ὀντότης καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῆς Χάριτος θὰ ἐπιτύχη τὴν σωτηρία του. Ἡ σωτήρια δὲν εἶναι φυσικὰ ἀποτέλεσμα τῶν ἔργων μας, αὐτὴ εἶναι «Ρωμαιοκαθολική» θέσι. Ἡ σωτηρία πηγάζει μόνο ἀπὸ τὸν Σταυρό, δωρεὰν καὶ τὰ ἔργα ποὺ κάνομε δὲν εἶναι γιὰ νὰ τὴν ἀγοράσωμε. Ἀλλοίμονο. Εἶναι βλάσφημο καὶ νὰ τὸ σκεφθῆ κανείς. «Τὸ αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α´ Ἰωάν. 1,7), ὄχι τὰ ἰδικά μας ἔργα. Ἡ ἀντίστασι πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ ἁμαρτωλότητα, δὲν εἶναι πρὸς ἐξαγορὰ τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ εἶναι στὸ νὰ δείξωμε χαρακτηριστικὰ τὴν προσωπικότητά μας, ὅτι εἴμεθα λογικὰ ὄντα καὶ δὲν ὑποκύπταμε στὴν παρὰ φύσι ζωή. Ἡ ἀρετὴ εἶναι φυσικὸ φαινόμενο, δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένο. Καὶ ἂν ἀπαίτησε ὁ Θεὸς νὰ γίνουμε ἐνάρετοι ἀπὸ ἁμαρτωλοί, αὐτὸ εἶναι ὑποβιβασμὸς γιὰ μᾶς, διότι αὐτὸ τὸ περιέχει ἡ φύσι μας. Ἡ ἀρετὴ εἶναι κατὰ φύσι μέσα στὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου σὰν «κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ». Ἔξω ἀπὸ τὴν ἀρετή, δὲν εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος, εἶναι ὑπάνθρωπος.
Οἱ ἀρετὲς ποὺ κάναμε, εἶναι γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴν παρὰ φύσι ζωή, ποὺ μᾶς παρέσυρε ἡ ἁμαρτία καὶ μᾶς ἔρριξε ἐκεῖ μέσα. Τώρα πρέπει νὰ ἀνασυρθοῦμε ἀπὸ τὸν βόθρο τῆς κτηνώδους καταστάσεως καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἀγωνιζόμεθα καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἀγοράσωμε τὴν σωτηρία. Αὐτὴ πηγάζει ἀπὸ τὰ μυστήρια καὶ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ θέσι τῆς θεολογίας ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ Πατέρες μας, οἱ ὁποίοι ἑρμηνεύουν πολὺ καλὰ καὶ τὸ θέμα, τὸν τρόπο ποὺ ὁ σατανᾶς προβάλλει τὴν ἁμαρτωλότητα. Δὲν εἶναι γιὰ νὰ μετρήση τὴν ἔκτασι τῆς ἁμαρτίας, ὅση καὶ ἂν εἶναι. Ξέρει αὐτός, ὅτι ἂν γυρίση ὁ πιστὸς καὶ πῇ στὸν Θεὸ «ἥμαρτον», τότε ἀμέσως τὸν συγχωρεῖ. Ἡ δύναμι τοῦ σατανᾶ καὶ ἡ ἐπιμονή του στὸ νὰ ρίξη τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία, εἶναι ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτὴ θὰ ἔλθη ἡ ἀπόγνωσι, καὶ ἡ ἀπόγνωσι κρατᾷ τὴν κεφαλή, ποὺ εἶναι ἡ προθυμία καὶ παραδίδεται πλέον ὁ ἄνθρωπος ἄνευ ὅρων.
Καὶ τώρα καταλήγαμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἡ ἀπογοήτευσι, μετὰ τὴν ἁμαρτία, εἶναι μὲν ἐπακόλουθο φαινόμενο, ἀλλὰ «παρὰ φύσι»! Εἶναι ἀναγκαῖο κακό. Εἶναι ὅπως συμβαίνει στὸ παράδειγμα τοῦ τραύματος καὶ τοῦ πόνου. Μετὰ τὸ τραῦμα ἀκολουθεῖ πόνος. Πρέπει, πάσῃ σπουδῇ, ὁ ἄνθρωπος νὰ θεραπεύση καὶ τὸ τραῦμα καὶ τὸν πόνο. Ἀλλοιῶς θὰ φθαρῆ. Ἡ μετὰ τὴν ἁμαρτία ἀπογοήτευσι, ὅσο μεγάλη καὶ ἂν εἶναι ἡ ἁμαρτία, εἶναι διαβολικὸ φαινόμενο. Διότι θέμα ἀναμαρτησίας δὲν ὑπάρχει, ἀφοῦ ᾖλθε ὁ Θεὸς ξέροντας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι παναμαρτωλός, ἀπωλεσμένος καὶ ὑποβιβασμένος στὸν θάνατο καὶ τὴν καταστροφή. Ἦλθε ἑκουσίως ἐξ ἀγάπης, μόνος Του καὶ τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν ἐσήκωσε. Τώρα πῶς ἠμποροῦμε νὰ ποῦμε «εἴμεθα ἁμαρτωλοὶ καὶ δὲν εἴμεθα Ἅγιοι, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπελπιζόμαστε». Ἀφοῦ Αὐτὸς γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ᾖλθε καὶ ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους. Μόνος του τὸ ὁμολογεῖ. Ἀπόδειξι ὅτι ἔδωσε τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας στὸν Πέτρο, ποὺ τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς καὶ δὲν τὰ ἔδωσε στὸν Ἰωάννη, τὸν ἐπιστήθιο καὶ ἠγαπημένο. Ὄχι γιατὶ ὑποβιβάζει ὁ Θεὸς τὴν ἀρετή, ἀλλὰ περισσεύει, ξεχειλίζει ἡ πατρική του στοργὴ στὸν ἀδύνατο καὶ τὸν συντετριμμένο καὶ στὸ ἀπολωλός. Καὶ ὑπὸ τὸ νόημα αὐτὸ πρέπει κανεὶς νὰ μὴν φοβᾶται καὶ νὰ μὴν παραδέχεται τὴν ἀπογοήτευσι καὶ ἀποθάρρυνσι σὰν ἐπακόλουθο τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ ὅπως τὸ ἐλατήριο νὰ πετάγεται ἐπάνω πάλι καὶ νὰ λέγῃ; «Ἥμαρτον,Θεέ μου, μὴ μοῦ τὸ γράφης, μετανοῶ» Καὶ ἔτσι μὲ θάρρος νὰ συνεχίζῃ τὸν καλὸ ἀγῶνα του, μὲ ἀκλόνητη τὴν πίστι στὴν Παναγάπη καὶ ἀγαθότητα τοῦ Ἰησοῦ μας. Ἀμήν.

Πηγή : "ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ", ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΥ



Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Αληθινή ελεημοσύνη (Αγίου Ισαάκ του Σύρου)




     Σπείρε την ελεημοσύνη με ταπείνωση και θα θερίσεις το έλεος  του Θεού την ημέρα που θα σε κρίνει. Ποια αμαρτήματα σε έκαναν να χάσεις τη  χάρη  του  Θεού;  απ’  αυτά  να  θεραπευθείς  για  να  την  αποκτήσεις. Έχασες τη  σωφροσύνη;  Δεν δέχεται  από  σένα ο Θεός την  ελεημοσύνη ενόσω επιμένεις στην πορνεία. Διότι ο Θεός από σένα θέλει τον αγιασμό του σώματος. (20).



Ο πραγματικός ελεήμων


     Ο ελεήμων να δίνει ελεημοσύνη απ’ αυτά που ο ίδιος απέκτησε, με το δικό του μόχθο και πόνο, και όχι απ’ αυτά που κέρδισε με το ψέμα και την αδικία και με πονηριές. Ένας άγιος άνθρωπος είπε: Αν θέλεις να σπείρεις
την αγάπη σου στους φτωχούς, να σπείρεις από τα δικά σου. Αν πάλι θέλεις να σπείρες από τα αγαθά των ξένων, που απέκτησες άδικα, να γνωρίζεις ότι θα γίνουν για σένα πιο πικρά από τα αγριόχορτα. ΢ας λέω λοιπόν εγώ, ότι αν ο ελεήμων δεν ξεπεράσει τα όρια της δικαιοσύνης, δεν είναι ελεήμων. Γιατί πρέπει όχι μόνο από τα δικά του να δίνει ελεημοσύνη, αλλά και με χαρά  να υπομένει τις αδικίες που του  γίνονται από τους άλλους, και να ελεεί αυτούς που τον αδικούν. Όταν νικήσει τη δικαιοσύνη με την ελεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, όχι με τα στεφάνια των δικαίων του ιουδαϊκού νόμου, αλλά με τα στεφάνια των τελείων, που αναφέρει το ευαγγέλιο. Γιατί το να δίνει κανείς στους φτωχούς από τα δικά του, και να ντύνει το γυμνό, και να αγαπάει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του, και να  μην  αδικεί,  ούτε  να  λέει   ψέματα,  αυτά  και  ο  παλιός  νόμος  τα απαιτούσε.  Όμως  η   τελειότητα  της  οικονομίας  του  ευαγγελίου  έτσι προστάζει: «Απ’ αυτόν που αρπάζει τα πράγματά σου μην τα ζητάς  πίσω, και  να  δίνεις  σ’   όποιον  ζητάει  από  σένα,  χωρίς  διάκριση»,  αν  είναι συγγενής σου ή ξένος κ.λ.π. (Λουκ. 6, 30). Και όχι μόνο όταν αρπάζουν τα πράγματά σου,  αλλά και τα άλλα δυσάρεστα που σου έρχονται απέξω, πρέπει να τα υπομένεις με χαρά, και να θυσιάζεις ακόμη και τη ζωή σου για τον  αδελφό σου. Αυτός είναι ο πραγματικός ελεήμων, και όχι αυτός που  δίνει  απλώς με το χέρι του ελεημοσύνη στον αδελφό του. Όποιος λοιπόν ακούσει ή δει με τα μάτια του ότι κάτι στεναχωρεί τον αδελφό του και δεν μπορεί να τον αναπαύσει με υλικά αγαθά, αλλά τον συμπονεί και καίεται η καρδιά του γι’ αυτόν, και αυτός είναι αληθινά ελεήμων. Σο ίδιο είναι ελεήμων και όποιος δεχθεί ράπισμα από τον αδελφό του και δεν του αντιμιλήσει με την κοσμική αδιαντροπιά και δεν προκαλέσει λύπη στην καρδιά του. (91 – 2).



Η αγάπη δεν γνωρίζει την ντροπή ούτε τα μέτρα της


     Η αγάπη του Θεού δεν γνωρίζει την ντροπή. Γι’ αυτό και δε γνωρίζει την τυποποιημένη κοσμιότητα. Η αγάπη έχει το φυσικό ιδίωμα να μη γνωρίζει σε ποια μέτρα βρίσκεται. Ευτυχής είναι εκείνος που βρήκε εσένα, που είσαι το λιμάνι κάθε χαράς! (236).



Η ελεημοσύνη μας κάνει όμοιους με το Θεό


     Θέλεις να έχεις πνευματική κοινωνία με το Θεό και να απολαύσεις εκείνη  την  ηδονή  που  είναι  ελεύθερη  από  τις  σωματικές  αισθήσεις;
Ακολούθησε την εντολή της ελεημοσύνης. Αυτή η ελεημοσύνη του Θεού, όταν βρεθεί μέσα στην καρδιά σου, εικονίζει μέσα σου εκείνο το άγιο κάλλος του Θεού, ως προς το οποίο ήδη έγινες όμοιος με αυτόν.



Να εξισώσεις όλους τους ανθρώπους στην ελεημοσύνη και στην τιμή


     Αδελφέ  μου  ασκητή,  αν  σου  περισσεύει  κάτι  απ’  αυτά  που  σου χρειάζονται   για   σήμερα,   δωσ’   το   στους                                      φτωχούς   και   πήγαινε   να προσφέρεις τις προσευχές σου στο Θεό με παρρησία. Μίλησε δηλ. με το Θεό σαν γιος με πατέρα. Σίποτε δεν μπορεί να φέρει την καρδιά μας κοντά στο Θεό, όσο η ελεημοσύνη. Και τίποτε δεν προκαλεί στο νου τόσο γαλήνη, όση η θεληματική φτώχεια. Καλύτερα να σε λένε           οι πολλοί άνθρωποι αμαθή για την απλότητα των τρόπων σου, παρά να δοξάζεσαι ως σοφός και πανέξυπνος. Εάν ένας άνθρωπος είναι πάνω σε άλογο και απλώσει προς το μέρος σου το χέρι του για να πάρει ελεημοσύνη, μην τον αφήσεις να φύγει με άδεια χέρια, διότι οπωσδήποτε εκείνη την ώρα είναι ενδεής, όπως  ένας  φτωχός.  Όταν  λοιπόν  δίνεις,  να  δίνεις  μεγαλόψυχα,  και  με ιλαρό πρόσωπο, και να δίνεις περισσότερο απ’ όσο σου ζητάνε. Διότι λέει ο λόγος του Θεού: «΢τείλε το ψωμί σου στο φτωχό και σε λίγο θα βρεις την ανταπόδοση». Μην ξεχωρίσεις τον πλούσιο από το φτωχό και μη θέλεις να μάθεις ποιος είναι άξιος και ποιος ανάξιος, αλλά  να είναι για σένα όλοι οι άνθρωποι ίσοι, προκειμένου να τους κάνεις το καλό. Γιατί  μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσεις να ελκύσεις στο καλό και αυτούς που δεν αξίζουν να τους   ελεήσεις.   Διότι   η   ψυχή   γρήγορα   έλκεται   από   τις   σωματικές ευεργεσίες  στο  φόβο  του  Θεού.  Ο  Κύριος  καθόταν   και   έτρωγε  στα τραπέζια με τους τελώνες και τις πόρνες, και δεν ξεχώριζε τους ανάξιους, για να τους ελκύσει όλους, με το έλεός του, στο φόβο του Θεού, και για να μπορέσουν να πλησιάσουν στα πνευματικά μέσω των υλικών αγαθών. Γι’ αυτό  το  λόγο,  στην  ελεημοσύνη  και   στην   τιμή,  εξίσωσε  όλους  τους ανθρώπους,  είτε  είναι  κάποιος  Ιουδαίος,  είτε  άπιστος,  είτε  φονιάς,  και μάλιστα διότι είναι αδελφός  σου  και έχει την ίδια ανθρώπινη φύση με σένα και πλανήθηκε από την αλήθεια χωρίς να το καταλάβει.
Όταν κάνεις ένα καλό σε κάποιον, μεν περιμένεις ανταμοιβή από μέρους του και, έτσι, θα λάβεις αμοιβή από το Θεό και για τα δύο: και για το καλό που έκανες και γιατί δε ζήτησες αναγνώριση. Και αν σου είναι δυνατό, ούτε για τη μέλλουσα ανταμοιβή να κάνεις το καλό, γιατί η αληθινή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει τι θα πει ανταμοιβή. (99 – 100).

Ελέησε τον αμαρτάνοντα, τον ασθενή και το λυπημένο.


Σκέπασε τον αμαρτάνοντα, όταν δεν έχεις απ΄ αυτό πνευματική  ζημία. Έτσι και αυτός τον κάνεις να έχει θάρρος στον αγώνα του, και  εσένα σε στηρίζει το έλεος του Κυρίου σου. ΢τήριζε με το λόγο σου τους ασθενείς και αυτούς που έχουν λυπημένη καρδιά και, όσο στο χέρι σου έχεις υλικά αγαθά, ελέησέ τους, και θα σε υποστηρίξει η δύναμη του Θεού  που  συντηρεί τα πάντα.

Να  μοιράζεσαι  τη  λύπη  των  ανθρώπων  πονώντας  γι’  αυτούς  στην προσευχή σου με όλη σου την καρδιά, και θ’ ανοίξει μπροστά στις ικεσία σου η πηγή τους ελέους του Θεού. (128 – 9).

Ο ελεήμων είναι ιατρός της ψυχής του


            Και τούτο, αδελφέ μου, σου παραγγέλνω. Ας γέρνει πάντοτε μέσα σου ο ζυγός της ελεημοσύνης, μέχρι να αισθανθείς στην καρδιά σου εκείνο το έλεος που πρέπει να έχεις για τον κόσμο.
Ο ελεήμων άνθρωπος είναι ιατρός της ψυχής του, διότι σαν βίαιος άνεμος
αποδιώκει από μέσα του το σκοτάδι που προκαλούν τα πάθη. Αυτό είναι το αγαθό χρέος που έχουμε προς το Θεό, σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο της αιωνίου ζωής. (151).



«Κλαίειν μετά κλαιόντων»



     Να ευφραίνεσαι μαζί με αυτούς που ευφραίνονται, και  να κλαις μαζί με αυτούς που κλαίνε. Αυτό φανερώνει την καθαρή σου καρδιά. Με τους αρρώστους  αρρώστησε  και  συ.  Με  τους  αμαρτωλούς  να  κλάψεις.  Με αυτούς που μετανοούν για τις αμαρτίες τους να χαρείς. Να είσαι φίλος με όλους τους ανθρώπους, αλλά και να συγκεντρώνεσαι στον εαυτό σου. Να ζεις κατά κάποιον τρόπο τα παθήματα όλων των ανθρώπων, αλλά, σαν μοναχός  που  είσαι,  να  μη  ζεις  ανάμεσα  στους  ανθρώπους.  Να  μην ελέγξεις κανέναν σαν αν είσαι εσύ κάτι παραπάνω   απ’ αυτόν, ούτε να ονειδίσεις και να προσβάλεις άνθρωπο, ακόμη κι αυτούς που έχουν πολύ κακό βίο και πολιτεία. Άπλωσε το φόρεμα της στοργής σου και σκέπασε αυτόν που αμαρτάνει. Και αν δεν μπορέσεις να πάρεις επάνω σου τα αμαρτήματά του και την τιμωρία και την ντροπή του, τουλάχιστον κάνε
υπομονή και μη τον ντροπιάζεις μπροστά σου, ή μπροστά στον κόσμο.
(239).



Το ιλαρό πρόσωπο και ο πόνος της αγάπης


     Εάν δώσεις κάτι στο φτωχό, να το δώσεις με πρόσωπο ιλαρό, και με καλά λόγια να τον παρηγορήσεις για τη θλίψη του. Όταν κάνεις αυτό που είπα,    η             ιλαρότητα          του       προσώπου              σου   κυριαρχεί     στο    μυαλό          του περισσότερο παρά αυτό που χρειαζόταν και το έλαβε.
Όταν ανοίξεις το στόμα σου κα μιλήσεις εναντίον κάποιου, να θεωρήσεις τον εαυτό σου νεκρό κα άκαρπο για το Θεό εκείνη την ημέρα και ότι όλα τα καλά σου έργα πήγαν χαμένα, κι αν ακόμη έχεις τη γνώμη ότι ο λογισμός
σου σε προέτρεψε να μιλήσεις με ειλικρίνεια και με σκοπό να βοηθήσεις. Ποιά ανάγκη υπάρχει, αλήθεια, να γκρεμίσεις με τα λόγια σου το δικό σου πνευματικό σπίτι, για να διορθώσεις του αλλουνού;

Αν  έχεις  μέσα  σου  λύπη,  για  έναν  άνθρωπο  που  για  κάποιο  λόγο, σωματικά ή ψυχικά, είναι άρρωστος, εκείνη την ημέρα να θεωρείς τον εαυτό σου μάρτυρα και να αισθάνεσαι ότι έπαθες για το Φριστό και ότι αξιώθηκες να τον ομολογήσεις όπως οι ομολογητές. Θυμήσου βέβαια ότι ο Φριστός πέθανε για τους αμαρτωλούς και όχι γι’ αυτούς που πιστεύουν πως είναι δίκαιοι. Κοίτα πόσο σπουδαίο είναι να φέρεσαι έτσι. Μεγάλο πράγμα είναι να λυπάται η καρδιά σου για τους πονηρούς, και να ευεργετείς τους αμαρτωλούς μάλλον παρά τους δικαίους. (237 – 8).