Μπες και Δες

Δεν είναι πάντα στη ζωή μας απαραίτητα τα χρήματα, μπορούμε να προσφέρουμε στον συνάνθρωπό μας και με λίγη καλή θέληση. Χρήματα μπορεί να μην υπάρχουν, όμως πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα χαρίσουν λίγα χαμόγελα… Μάθε για την ομάδα μας … Βοήθησε και εσύ ……

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Μια ευλογημένη πανήγυρη στο περιβόλι της Παναγίας μας

σαάκ (+) (γιορείτης)

Κελί Γέροντος Παϊσίου-τοποθεσία Παναγούδα Αγίου Όρους


(Μαρτυρία Μητροπολίτου Λεμεσο
κ.κ. θανασίου γι τν Γέροντα Παΐσιο)


Π
γα στν Γέροντα τν Σεπτέμβριο το 1977, μέρα Δευτέρα, παραμον το Τιμίου Σταυρο. Χτύπησα τν πόρτα πολ πρωΐ, Γέροντας μο νοιξε. ταν πολ χαρούμενος κα εδιάθετος. «, ετυχς πο ρθες διάκο», μο λέγει, «κα χω πανήγυρη αριο. Θάρθουν ψάλτες, παρήγγειλα ροφ κα λειπε νας διάκος. ρθες σύ, ντάξει πανήγυρη». «λεγε κα λλα τέτοια στεα. στερα μο επε: «Θ μείνης δ πόψε».

»
ξερα τι Γέροντας δν κρατοσε κανέναν τ νύχτα μαζί του. Μόλις μο τ επε πέταξα π τν χαρά μου.

»Πήγαμε στ
κκλησάκι, μ βαλε κα τακτοποίησα τν γία Τράπεζα, ξεσκόνισα, σκούπισα τν διάδρομο, κανα διάφορες δουλειές. Μέσα μου ασθανόμουν πολ μεγάλη χαρά. Τ μεσημέρι πήγαμε ν φμε. κανε τσάϊ, φερε παξιμάδι κα βγαλε γρια λάχανα π τν κπο του.

»Μο
κανε ντύπωση ταν κάναμε τν προσευχή. Γέροντας επε τ «Πάτερ μν…» σήκωσε τ χέρια του κα τ επε μ τόσο πόθο κα τόσην ελάβεια πο ταν σν ν μιλοσε πραγματικ μ τν Θεό.

»Μετ
μ πγε στ Κελλ κα ξεκουράστηκα καμμι ρα. στερα κάναμε τν μικρ σπεριν μ κομποσχοίνι.

»
ταν τελειώσαμε μο επε Γέροντας: «Κοίταξε, διάκο, τώρα θ κάνουμε γρυπνία μ κομποσχοίνι κα τ πρωΐ θ ΄ρθε παπς ν μς λειτουργήση. Ξέρεις ν κάνης κομποσχοίνι; Θ σο π τί θ κάνεις», κα μο δωσε να πρόγραμμα. ταν να σοφ πρόγραμμα γι ν μν νυστάξω τν νύχτα. Μο επε ν κάνω να κομποσχοίνι τριακοσάρι λέγοντας τ «Κύριε ησο Χριστέ, λέησόν με». πειτα ν κάνω να κομποσχοίνι κατοστάρι στν Παναγία. να κομποσχοίνι τριακοσάρι στν Χριστ γι τος ζντες. να κομποσχοίνι κατοστάρι στν Παναγία γι τος ζντες. να κομποσχοίνι τριακοσάρι στν Χριστ γι τος κεκοιμημένους. να κομποσχοίνι κατοστάρι στν Παναγία γι τος κεκοιμημένους. να κομποσχοίνι τριακοσάρι στν Τίμιο Σταυρ κα μετ να τριακοσάρι «δόξα σοι, Θες μν, δόξα σοι». Πρώτη φορ κουγα τι γινόταν ατ τ πράγμα. Μο ξήγησε: «Ατ τ κομποσχοίνι εναι δοξολογία. Θ τ τελειώνεις κα θ’ ρχίζεις π τν ρχή».

»Μο
επε, «ν κούσης κανένα θόρυβο, μν τρομάξης. Κυκλοφορον δ γριογούρουνα, τσακάλια κ. .». Μ βαλε στ μικρ ρχονταρίκι του κα επε τι κοντ στ μεσάνυχτα θ μ φωνάξει ν πμε στν κκλησία ν διαβάσουμε τν θεία Μετάληψη.

»
κουγα τν Γέροντα κατ διαστήματα ν’ ναστενάζη βαθειά. Κάπου-κάπου χτυποσε τν τοχο κα ρωτοσε: «, διάκο, κοιμσαι; Εσαι καλά;»

»Στ
ς μία παρά, περασμένα μεσάνυχτα πήγαμε στ κκλησάκι. Μ βαλε στ μοναδικ στασίδι πο πρχε, κα μο δωσε να κερ ν διαβάσω τν Θεία Μετάληψη. Ατς στεκόταν δίπλα μου, στ’ ριστερ κα ρχισε ν λέη τος στίχους: «Δόξα σοι, Θες μν, δόξα σοι». Κάθε φορ πο λεγε τν στίχο κανε τν σταυρό του κα σκυβε μέχρι κάτω.

»
ταν φθάσαμε στ τροπάριο «Μαρία Μήτηρ Θεο…», θυμμαι τι τόσο μόνο διάβασα, μετ τ «περαγία Θεοτόκε σσον μς», πο επε Γέροντας, ασθάνθηκα να πράγμα… δν ξέρω, δν μπορ ν τ κφράσω κα σταμάτησα. ρχισε τότε ν κουνιέται τ καντήλι τς Παναγίας, χι πότομα, λλ σταθερ διέγραφε μία κίνηση σο εναι τ πλάτος τς εκόνος κα λο τ κκλησάκι πλημμύρισε π φς. “Εβλεπα χωρς τν λαμπάδα κα σκέφθηκα πρς στιγμν ν τν σβήσω.

»Γύρισα πρ
ς τν Γέροντα. Τν εδα ν χη τ χέρια του σταυρωμένα στ στθος κα σκυμμένον μέχρι κάτω. Κατάλαβε τι θελα ν τν ρωτήσω κα μο κανε νόημα ν μν μιλήσω. μεινα στ στασίδι κα Γέροντας σκυφτς δίπλα μου. Ασθανόμουν τόση γάπη κα ελάβεια πρς τν Γέροντα κα νιωθα τι βρισκόμουν στν παράδεισο.

»Μείναμε σ΄α
τν τν κατάσταση μισή, μία ρα, δν μπόρεσα κριβς ν καταλάβω. Δν ξερα τί ν κάνω. συναίσθητα συνέχισα ν διαβάζω π μόνος μου τν Μετάληψη κα ταν φθασα στν εχ «π ρυπαρν χειλέων…», σιγ-σιγ σβησε τ φς πρτα κα μετ σταμάτησε ν κουνιέται τ καντήλι. Τελειώσαμε τν Μετάληψη κα βγήκαμε ξω στν διάδρομο. Μ βαλε ν καθήσω σ’ να σκαμνάκι κα ατς κάθησε σ’ να μπαουλάκι σιωπηλός. Μετ π ρα, τν ρώτησα:

-Γέροντα, τί
ταν ατ τ πράγμα;

-Ποι
πράγμα;

καντήλι. Πς κουνιόταν τ καντήλι τόση ρα;

-Τί ε
δες;

-Κουνιόταν τ
καντήλι τς Παναγίας δεξι-ριστερά.

-Μόνο α
τ εδες;

-Κα
φς.

-
λλο;

ν εδα λλο τίποτε. ( Γέροντας γι ν ρωτάη τί λλο εδα, φαίνεται τι εδε κάτι παραπάνω).

-Καλά, δ
ν ταν τίποτε.

ς δν ταν τίποτε, Γέροντα; Κουνιόταν τ καντήλι κα εχε φς!

-
, δν κουσες πο γράφουν τ βιβλία, τι Παναγία γυρνάει λα τ Κελλι τν μοναχν κα βλέπει τί κάνουν; , πέρασε κα π δ κα εδε δύο παλαβος κα επε ν μς χαιρετίση κα κούνησε τ καντήλι της.

»
στερα π μόνος του ρχισε ν μο διηγται διάφορες μπειρίες του. Μο νέφερε πς εδε τν γία Εφημία, κα πολλ λλα. Εχε λλάξει λη διάθεσή του. Μέχρι τ πρωί μο μιλοσε πνευματικά. Μο τόνισε: «Σο τ λέω ατά, διάκο, π γάπη γι ν σ βοηθήσω, χι ν νομίσης τι εμαι κάτι».

»Στ
ς 5.30 ρθε παπς κα Γέροντας θελε ν λειτουργήσω, λλ γ δν εχα διακονικ μφια. Μο φερε να στιχάρι παλαιό, φερε να πετραχήλι, τ κανε ράριο κα τ πιασε μ παραμάνα, βρκε κάτι πιμάνικα, μο τ τύλιξε στ χέρια. μουν σν παλιάτσος, λλ ταν ραιότερη Λειτουργία τς ζως μου. μασταν μόνο ο τρες μας.

»Μ
κράτησε μαζί του μέχρι τ Σάββατο. Μ στειλε μία φορ στ Μπουραζέρι, ν δ τος πατριτες μου κα ν μείνω τ μεσημέρι γι ν φάω. Κα λλη μία φορ μ στειλε στν Σταυρονικήτα πάλι γι ν φάω, γιατί στ Κελλ του εχε μόνο τσάι κα παξιμάδι».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου