Μπες και Δες

Δεν είναι πάντα στη ζωή μας απαραίτητα τα χρήματα, μπορούμε να προσφέρουμε στον συνάνθρωπό μας και με λίγη καλή θέληση. Χρήματα μπορεί να μην υπάρχουν, όμως πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα χαρίσουν λίγα χαμόγελα… Μάθε για την ομάδα μας … Βοήθησε και εσύ ……

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Απόστολος και Ευαγγέλιο Κυριακής Ε’ Λουκά

Απόστολος, προς Β’ Κορινθίους ΙΑ’ 31 – ΙΒ’ 9  

31  Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἶδεν,  ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι.
32 Ἐν Δαμασκῷ  ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων,
33 καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ.
1 Καυχάσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶἀποκαλύψεις Κυρίου.
2 Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα,  Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ.
3 Καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦσώματος οὐκ οἶδα,  Θεὸς οἶδεν·
4 ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα,  οὐκἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι.
5 Ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰμὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου.
6 Ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ  βλέπει με  ἀκούει τιἐξ ἐμοῦ.
7 Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴὑπεραίρωμαι.
8 Ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ·
9 καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι  χάρις μου·  γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳτελειοῦται. Ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου,ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ  δύναμις τοῦ Χριστοῦ.

Μετάφραση

31 Ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι εὐλογητὸς αἰωνίως, ξέρει ὅτι δὲν ψεύδομαι.
32 Εἰς τὴν Δαμασκὸν ὁ ἐθνάρχης τοῦ βασιλέως Ἀρέτα ἐφρουροῦσε τὴν πόλιν τῆς Δαμασκοῦ, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ μὲ πιάσῃ,
33 ἀλλὰ μὲ κατέβασαν ἀπὸ ἕνα παράθυρο μέσα σὲ καλάθι, ἀπὸ τὸ τεῖχος, καὶ ξέφυγα ἀπὸ τὰ χέρια του.
1 Τὸ νὰ καυχῶμαι λοιπὸν δὲν εἶναι συμφέρον μου, ἀλλὰ θὰ ἔλθω εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις τοῦ Κυρίου.
2 Ξέρω ἕνα ἄνθρωπον χριστιανὸν ὁ ὁποῖος πρὸ δεκατεσσάρων ἐτῶν – εἴτε μὲ τὸ σῶμα, δὲν ξέρω, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος, δὲν ξέρω, ὁ Θεὸς ξέρει – ἁρπάχθηκε ἕως τὸν τρίτον οὐρανόν.
3 Καὶ ξέρω ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος – εἴτε μὲ τὸ σῶμα εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος δὲν ξέρω, ὁ Θεὸς ξέρει –
4 ἁρπάχθηκε εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἄκουσε ἀνέκφραστα λόγια τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναλάβῃ ἄνθρωπος.
5 Δι’ ἕνα τέτοιον ἄνθρωπον θὰ καυχηθῶ, διὰ τὸν ἑαυτόν μου ὅμως δὲν θὰ καυχηθῶ, παρὰ μόνον διὰ τὰς ἀδυναμίας μου.
6 Ἀλλὰ καὶ ἐὰν θελήσω νὰ καυχηθῶ, δὲν θὰ εἶμαι ἀνόητος, διότι θὰ πῶ τὴν ἀλήθειαν, τὸ ἀποφεύγω ὅμως μήπως μὲ θεωρήσῃ κανεὶς ἀνώτερον ἀπὸ ὅ,τι βλέπει σ’ ἐμὲ ἢ ἀκούει ἀπὸ ἐμέ.
7 Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεύομαι διὰ τὰς πολλὰς ἀποκαλύψεις, μοῦ ἐδόθηκε ἕνα ἀγκάθι εἰς τὸ σῶμα, ἕνας ἄγγελος τοῦ Σατανᾶ, διὰ νὰ μὲ ραπίζῃ, διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεύομαι.
8 Τρεῖς φορὲς παρεκάλεσα τὸν Κύριον γι’ αὐτό, διὰ νὰ φύγῃ ἀπὸ ἐμέ.
9 Καὶ μοῦ εἶπε, «Σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ χάρις μου, διότι ἡ δύναμίς μου φανερώνεται τελεία ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἀδυναμία». Πολὺ εὐχαρίστως λοιπὸν θὰ καυχηθῶ μᾶλλον διὰ τὰς ἀδυναμίας μου, διὰ νὰ κατασκηνώσῃ εἰς ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.

Ευαγγέλιο κατά Λουκά ΙΣΤ΄19-31

19 νθρωπος δέ τις ν πλούσιος, κα νεδιδύσκετο πορφύραν καβύσσον εφραινόμενος καθ᾿ μέραν λαμπρς.
20 Πτωχς δέ τις ν νόματι Λάζαρος, ς βέβλητο πρς τν πυλνα ατο λκωμένος
21 κα πιθυμν χορτασθναι π τν ψιχίων τν πιπτόντων π τς τραπέζης το πλουσίου· λλ κα ο κύνες ρχόμενοι πέλειχον τὰἕλκη ατο.
22 γένετο δ ποθανεν τν πτωχν κα πενεχθναι ατν π τνγγέλων ες τν κόλπον βραάμ· πέθανε δ κα  πλούσιος καὶἐτάφη.
23 Κα ν τ δ πάρας τος φθαλμος ατοπάρχων ν βασάνοις, ρ τν βραμ π μακρόθεν κα Λάζαρον ν τος κόλποις ατο.
24 Κα ατς φωνήσας επε· πάτερ βραάμ, λέησόν με κα πέμψον Λάζαρον να βάψ τ κρον το δακτύλου ατο δατος κακαταψύξ τν γλσσάν μου, τι δυνμαι ν τ φλογ ταύτ.
25 Επε δ βραάμ· τέκνον, μνήσθητι τι πέλαβες σ τ γαθά σουν τ ζω σου, κα Λάζαρος μοίως τ κακά· νν δ δε παρακαλεται, σ δ δυνσαι·
26 κα π πσι τούτοις μεταξ μν κα μν χάσμα μέγα στήρικται,πως ο θέλοντες διαβναι νθεν πρς μς μ δύνωνται, μηδ οἱἐκεθεν πρς μς διαπερσιν.
27 Επε δέ· ρωτ ον σε, πάτερ, να πέμψς ατν ες τν οκον τοπατρός μου·
28 χω γρ πέντε δελφούς· πως διαμαρτύρηται ατος, να μ καατο λθωσιν ες τν τόπον τοτον τς βασάνου.
29 Λέγει ατ βραάμ· χουσι Μωυσέα κα τος προφήτας·κουσάτωσαν ατν.
30  δ επεν· οχί, πάτερ βραάμ, λλ᾿ άν τις π νεκρν πορευθπρς ατούς, μετανοήσουσιν.
31 Ε
πε δ ατ· ε Μωυσέως κα τν προφητν οκ κούουσιν, οδὲἐάν τις κ νεκρν ναστ πεισθήσονται.

Μετάφραση

19 «Κάποτε πρχε νας πλούσιος νθρωπος, ποος φοροσε πορφύραν κα λιν νδύματα κα ζοσε καθημερινς μέσα σ μεγάλην πολυτέλειαν.
20 Κοντ ες τν πύλην του το ξαπλωμένος νας πτωχός, νομαζόμενος Λάζαρος, γεμτος πληγές,
21 ποος πιθυμοσε ν χορτάσ π τ ψίχουλα πο πεφταν π τ τραπέζι το πλουσίου. κόμη κα τ σκυλι συνείθιζαν ν ρχωνται κα ν γλύφουν τς πληγές του.
22 Συνέβη δ ν πεθάν πτωχς κα ν φερθ π τος γγέλους ες τν κόλπον το βραάμ.
23 πέθανε δ κα πλούσιος κα τάφη. Ες τν δην, που βασανίζετο, σήκωσε τ μάτια του κα βλέπει π μακρυ τν βραμ κα τν Λάζαρον ες τος κόλπους του.
24 Κα φώναξε κα επε, «Πάτερ βραάμ, λέησέ με κα στελε τν Λάζαρον ν βουτήξ τν κρη το δακτύλου του σ νερ κα ν δροσίσ τν γλσσα μου, διότι ποφέρω μέσα σ’ ατν τν φλόγα».
25 λλ’ βραμ επε, «Παιδί μου, θυμίσου τι σ πήλαυσες τ γαθά σου σου ες τν ζωήν σου πως κα Λάζαρος τ κακά· τώρα μως ατς δ παρηγορεται κα σ ποφέρεις.
26 Κα κτς π λα ατ πάρχει μεταξύ μας να μεγάλο χάσμα στε ν μ μπορον ν περάσουν κενοι πο θέλουν ν διαβον π’ δ σ’ σς, οτε κα π’ κε σ’ μς».
27 Τότε επε, «Σ παρακαλ λοιπόν, πατέρα, ν τν στείλς στ σπίτι το πατέρα μου,
28 διότι χω πέντε δελφούς, ν τος νουθετήσ, δι ν μ λθουν κα ατο ες τν τόπον ατν τν βασάνων».
29 Λέγει ες ατν βραάμ, «χουν τν Μωϋσν κα τος προφήτας, ς τος κούσουν».
30 Ατς δ επε, «χι, πάτερ βραάμ, λλ’ ἐὰν κάποιος π τος νεκρος πάη σ’ ατούς, θ μετανοήσουν».
31
λλ’ βραμ το πήντησε, «Ἐὰν δν κονε τν Μωϋσν κα τος προφήτας, δν θ πεισθον κα ν κόμη ναστηθ κάποιος π τος νεκρούς».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου