Μπες και Δες

Δεν είναι πάντα στη ζωή μας απαραίτητα τα χρήματα, μπορούμε να προσφέρουμε στον συνάνθρωπό μας και με λίγη καλή θέληση. Χρήματα μπορεί να μην υπάρχουν, όμως πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα χαρίσουν λίγα χαμόγελα… Μάθε για την ομάδα μας … Βοήθησε και εσύ ……

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Απόστολος και Ευαγγέλιο Κυριακής ΙΑ' Λουκά, Ελευθερίου Ιερομάρτυρος και Ανθίας

Απόστολος, Β΄ προς Τιμόθεον Α΄ 8-18

8 Μ ον παισχυνθς τ μαρτύριον το Κυρίου μν μηδ μ τν δέσμιον ατο, λλ συγκακοπάθησον τ εαγγελί κατ δύναμιν Θεο,
9 το σώσαντος μς κα καλέσαντος κλήσει γί, ο κατ τ ργα μν, λλ κατ' δίαν πρόθεσιν κα χάριν, τν δοθεσαν μν ν Χριστ ησο πρ χρόνων αωνίων,
10 φανερωθεσαν δ νν δι τς πιφανείας το σωτρος μν ησο Χριστο, καταργήσαντος μν τν θάνατον, φωτίσαντος δ ζων κα φθαρσίαν δι το εαγγελίου,
11 ες  τέθην γ κήρυξ κα πόστολος κα διδάσκαλος θνν.
12 Δι' ν ατίαν κα τατα πάσχω, λλ' οκ παισχύνομαι· οδα γρ  πεπίστευκα, κα πέπεισμαι τι δυνατός στι τν παραθήκην μου φυλάξαι ες κείνην τν μέραν.
13 ποτύπωσιν χε γιαινόντων λόγων ν παρ' μο κουσας, ν πίστει κα γάπ τ ν Χριστ ησο·
14 τν καλν παραθήκην φύλαξον δι Πνεύματος γίου το νοικοντος ν μν.
15 Οδας τοτο, τι πεστράφησάν με πάντες ο ν τ σί, ν στι Φύγελλος κα ρμογένης.
16 Δη λεος  Κύριος τ νησιφόρου οκ, τι πολλάκις με νέψυξε κα τν λυσίν μου οκ παισχύνθη,
17 λλ γενόμενος ν Ρώμ σπουδαιότερον ζήτησέ με κα ερε·
18 δ
η ατ  Κύριος ερεν λεος παρ Κυρίου ν κείν τ μέρ· κα σα ν φέσ διηκόνησε, βέλτιον σ γινώσκεις.

Μετάφραση

8 Ν μ ντραπς, λοιπόν, τν μαρτυρίαν πρ το Κυρίου μας, οτε μέ, τν φυλακισμένον του, λλ κακοπάθησε κα σ δι τ εαγγέλιον μ τν δύναμιν το Θεο,
9 ποος μς σωσε κα μς κάλεσε μ κλσιν γίαν, χι π τ βάσει τν ργων μας, λλ κατ τν δικήν του πρόθεσιν κα χάριν, ποία δόθηκε σ’ μς πρν π λους τος αἰῶνας ν Χριστ ησο,
10 φανερώθηκε δ τώρα δι τς μφανίσεως το Σωτρος μας ησο Χριστο, ποος κατήργησε τν θάνατον, κα φερε ες τ φς ζων κα φθαρσίαν δι το εαγγελίου,
11 δι τ ποον μο νετέθη ν εμαι κρυξ κα πόστολος κα διδάσκαλος τν θνικν.
12 Ατ εναι ατία πο ποφέρω ατ τ παθήματα, λλ δν ντρέπομαι, διότι ξέρω κενον ες τ ποον χω πιστέψει κα εμαι πεπεισμένος, τι εναι δυνατς ν φυλάξ ατ πο το μπιστεύθηκα, ως κείνην τν μέραν.
13 χε ς πόδειγμα γειν διδασκαλιν κενα πο κουσες π μ δι τν πίστιν κα τν γάπην πο χομεν ν Χριστ ησο.
14 Φύλαξε δι το Πνεύματος το γίου, πο κατοικε μέσα μας, τ καλν πο σο χει μπιστευθ Θεός.
15 Γνωρίζει τι λοι πο σαν ες τν σίαν, μ φησαν, μεταξ τν ποίων εναι Φύγελλος κα ρμογένης.
16 Εθε Κύριος ν δώσ λεος ες τν οκογένειαν το νησιφόρου, διότι συχν μ νακούφισε κα δν ντράπηκε τν λυσίδα μου,
17 λλ’ ταν λθε ες τν Ρώμην μ ναζήτησε μ ζλον κα μ ερκε
18 – ε
θε Κύριος ν τν ξιώσ ν βρ λεος π τν Κύριον κατ’ κείνην τν μέραν – κα πόσας πηρεσίας προσέφερε ες τν φεσον, γνωρίζει σ καλύτερα.

Ευαγγέλιο κατά Λουκά ΙΔ’ 16-24

16  δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς·
17 καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα.
18 Καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες.  πρῶτος εἶπεν αὐτῷ·ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε,ἔχε με παρῃτημένον.
19 Καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.
20 Καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.
21 Καὶ παραγενόμενος  δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦταῦτα. τότε ὀργισθεὶς  οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε.
22 Καὶ εἶπεν  δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί.
23 Καὶ εἶπεν  κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶφραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ  οἶκος μου.
24 Λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου.

Μετάφραση

16 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Κάποιος ἤθελε νὰ παραθέσῃ μεγάλο δεῖπνον καὶ ἐκάλεσε πολλούς.
17 Καὶ ἔστειλε τὸν δοῦλον του κατὰ τὴν ὥραν τοῦ δείπνου νὰ πῇ εἰς τοὺς καλεσμένους, «Ἐλᾶτε, διότι ὅλα εἶναι πιὰ ἔτοιμα».
18 Ἀλλ’ ἄρχισαν διὰ μιᾶς ὅλοι νὰ δικαιολογοῦνται. Ὁ πρῶτος τοῦ εἶπε, «Ἀγόρασα κάποιο χωράφι καὶ πρέπει νὰ πάω νὰ τὸ ἰδῶ· σὲ παρακαλῶ, θεώρησέ με δικαιολογημένον».
19 Ἄλλος εἶπε, «Ἀγόρασα πέντε ζευγάρια βώδια καὶ πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω· σὲ παρακαλῶ, θεώρησέ με δικαιολογημένον».
20 Ἄλλος εἶπε, «Ἐνυμφεύθηκα γυναῖκα καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ ἔλθω».
21 Καὶ ἦλθε ὁ δοῦλος καὶ τὰ εἶπε αὐτὰ εἰς τὸν κύριόν του. Τότε ὠργίσθηκε ὁ οἰκοδεσπότης καὶ εἶπε εἰς τὸν δοῦλον του, « Ἔβγα γρήγορα στὶς πλατεῖες καὶ τοὺς δρόμους τῆς πόλεως καὶ φέρε ἐδῶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλούς».
22 Καὶ εἶπε ὁ δοῦλος, «Κύριε, ἔγινε ἐκεῖνο ποὺ διέταξες καὶ ὑπάρχει ἀκόμη χῶρος».
23 Καὶ εἶπε ὁ κύριος εἰς τὸν δοῦλον, «Ἔβγα εἰς τοὺς δρόμους καὶ εἰς τοὺς περιφραγμένους τόπους καὶ ἀνάγκασέ τους νὰ μποῦν, διὰ νὰ γεμίσῃ τὸ σπίτι μου.

24 Διότι σᾶς λέγω, ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, ποὺ εἶχαν προσκληθῆ, δὲν θὰ γευθῇ τὸ δεῖπνον μου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου