Μπες και Δες

Δεν είναι πάντα στη ζωή μας απαραίτητα τα χρήματα, μπορούμε να προσφέρουμε στον συνάνθρωπό μας και με λίγη καλή θέληση. Χρήματα μπορεί να μην υπάρχουν, όμως πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα χαρίσουν λίγα χαμόγελα… Μάθε για την ομάδα μας … Βοήθησε και εσύ ……

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Ο Μέγας Παρακλητικός Κανών. Ένας αυτοκράτορας ικέτης της Θεοτόκου (Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός)

Τά γλυκά βράδια το Δεκαπενταύγουστου ψάλλονται στίς κκλησίες μας ναλλάξ ο δύο κατανυκτικοί Παρακλητικοί Κανόνες,  Μικρός καί  Μέγας.

Δυό μνοι πασίγνωστοι, δημοφιλες, πού χουν καταστε δύτατο «κουσμα καί λάλημα» τν λληνοφώνων ρθοδόξων, ταπεινή ξομολόγηση μέτρητων ψυχν, θρηνητική καί παρακλητική ναφορά το πληρώματος τν πιστν στήν Κυρία καί Δέσποινα το κόσμου, τήν περαγία Θεοτόκο.
 δεύτερος πό τούς Κανόνες ατούς,  καί Μέγας νομαζόμενος, εναι ποίημα το Ατοκράτορα τς Νικαίας Θεοδώρου B΄ τοΛασκάρεως, το Βασιλι πού τίμησε καί μνησε σο λίγοι τήν Παναγία.

ν  ρχαος λληνας φιλόσοφος Πλάτων θεωροσε ς πρώτιστο παράγοντα πιτυχίας το Βασιλι τς «Πολιτείας» του τό «φιλοσοφεν», « πώνυμος το Χριστο καινή πολιτεία» - κκλησία- νέδειξε ατοκράτορες θεολόγους, πού θεολογοσαν χι ς φιλόσοφοι, στοχαστικά καί διανοητικά, λλά μέσα πό τήν πράξη τς σκήσεως καί μετανοίας, βάπτοντας τόν κάλαμο στά νάματα τς πίστεώς τους καί στά δάκρυα τς μετανοίας τους.
νας πό ατούς ταν καί  Θεόδωρος B΄ Λάσκαρις (1222—1258), πού κάθισε στό θρόνο τς ‘Ελληνικς Ατοκρατορίας τς Νικαίας μερικά μόνο χρόνια (1254—1258).

Φύση σθενική, λλά καί καλλιτεχνική,  Θεόδωρος B΄, λίγο πρίν πό τό θάνατό του, ναζήτησε τήν σωτηρία στό Μοναστήρι. γινε μοναχός, παίρνοντας τό νομα Θεοδόσιος. «σθενής σάρξ τόσον διά νά διοικήσ, σον καί διά νά λυτρωθ» -κατά τήν εστοχη παρατήρηση το Καθηγ. Νικ. Τωμαδάκη-, κολούθησε τήν κοινότατη παράδοση το Βυζαντίου/Ρωμανίας τς καταφυγς στό Μοναστήρι, πού λειτουργε στήν ρθοδοξία ς «ατρεον πνευματικόν», στό ποο μπορε  πιστός νά πιτύχει τήν κάθαρσή του πό τά πάθη, γιά νά καταστε δυνατή  πορεία του στή σωτηρία-θέωση.
ταν φυσικό, συνεπς, τό ερό Πρόσωπο τς Παναγίας νά βρίσκεται στό κέντρο το πνευματικο του γώνα, φο Ατή μαζί μέ τόν «μείζονα ν γεννητος γυναικν», τόν γιο ωάννη τόν Πρόδρομο, εναι στήν ρθοδοξία τά πρότυπα καί ο χειραγωγοί τν σκουμένων, τν γωνιζομένων γιά τή λύτρωσή τους πιστν.

‘Η γάπη το Θεοδώρου Λασκάρεως καί  φοσίωσή του στήν Παναγία κφράσθηκε σέ σπουδαιότατα ποιητικά καί γκωμιαστικά κείμενά του, πού κατέχουν σημαντική θέση στό θεολογικό καί γενικότερα τό συγγραφικό του ργο. Στό μνογραφικό του ργο εναι ασθητός συνεχς  σπαραγμός τς καρδις του, καρπός ελικρινος μετανοίας,  συντριβή καί ταπείνωσή του,  ταλάντευτη πίστη του στή βοήθεια τς Θεοτόκου καί στή δυνατότητα σωτηρίας. «Α κραυγαί τν πόνων του κούονται ες τήν μνογραφίαν ελικρινέστεραι παρά πουδήποτε» (Ν. Β. Τωμαδάκης).

Μέσα στήν πλουσιότατη μνογραφική παραγωγή, πού σχετίζεται μέ τό Πρόσωπον τς Παναγίας, ο μνοι ατοί το βασιλέως Θεοδώρου κατέχουν διαίτερη θέση. Εναι πό τά ραιότερα καί δυνατότερα ποιητικά δημιουργήματα, πού συνάγουν καί κφράζουν ,τι θά εχε νά ξομολογηθε κάθε πάσχουσα χριστιανική καρδία πρός τή Θεοτόκο,  ποία ς Παναγία, Μητέρα καί Παρηγορήτρια, μπορεί νά μεταφέρει στόν Υό καί Θεό της τά ατήματά μας.

Τό περιεχόμενο το Κανόνος.  κανόνας το Λασκάρεως εχε λες τίς παραίτητες προϋποθέσεις, γιά νά περάσει πό τό χρο τς προσωπικς ποιήσεως στή λειτουργική ποίηση το κκλησιαστικο σώματος. ‘Η κατανυκτικότητά του,  ξομολογητικός καί θρηνητικός τόνος του, τά νδιαφέροντα κάθε ψυχή ατήματά του,  μνητικός καί κετευτικός παλμός του, γίνονται μέσα κφραστικά σέ κάθε νθρώπινη καρδιά καί προσευχή λης τς κκλησίας.

Μιά συνοπτική θεώρηση, τς θεματικς το Κανόνος μπορε νά συνοψισθε στίς κόλουθες πισημάνσεις: Τό θέμα το Ποιήματος, τό ποο ποτελε σύνοψη τς ρθοδόξου νθρωπολογίας, εναι  πρό το Θεο στάμενος «ταλαίπωρος νθρωπος» (Ρωμ. 7,24), γεμάτος τραύματα ψυχικά καί σωματικά, νίκανος νά βρε τή λύτρωση καί τήν παλλαγή κ τν δεινν. Γι’ ατό καί καταφεύγει στή Χάρη το Θεο, πού μόνη μπορε νά τόν δηγήσει τόσο στήν πρόσκαιρη (σωματική), σο καί στήν αώνια (ψυχική) σωτηρία.

Θλίψεις, νάγκες, πειρασμοί παντοοι συνθέτουν τό ζοφερό σκοτάδι το γωνιζομένου στόν κόσμο ατό νθρώπου κάθε ποχς καί γεωγραφικο χώρου. Καταστάσεις, πού γγίζουν συχνά τά ριακά τους σημεα καί δηγον στήν πόγνωση καί τήν πιστία.

‘Η πάλη το νθρώπου μέ τό Θεό χι σπάνια, μέσα πό λο ατό τό καταθλιπτικό βιοτικό βάρος, δηγε στήν πνευματική ατοκτονία, τή Θεομαχία. Γιατί εναι εκολο, ταν χαθον o προϋποθέσεις τς κκλησιαστικς θεολογήσεως καί πικρατήσουν κοσμικά - φεουδαρχικά κριτήρια, πως τά φράγκικα, νά θεωρηθε  Θεός χι ς Πατέρας (Λουκ. 15, 11 .) καί γάπη (A’ ωάν. 4, 8), λλ’ ς κδικητής καί τιμωρός τς νθρώπινης μαρτίας. Κάθε νθρωπος, σέ στιγμές νηφαλιότητας καί ατοενδοσκόπησης, ναγνωρίζει τήν μαρτία του, τά τραγικά του τοπήματα, τήν νομία καί ποστασία του.

Καί  Θεόδωρος -καί γι’ ατό γινε στόμα κάθε χριστιανικς καρδις- ναγνωρίζει τήν μαρτωλότητα καί ναξιότητά του μπροστά στή Θεία καθαρότητα καί μεγαλωσύνη. Εναι « ταπεινός καί θλιος» (γ, 1),  «πανάθλιος» (δ, 2), « σωτος» (δ, 3), πού παλεύει μέσα σέ μιάν δυσώπητη τρικυμία «δεινν, συμφορν καί βλάβης καί κινδύνων καί πειρασμν» (ζ, 4). ‘Ως ρθόδοξος μως πιστός, θρεμμένος μέσα στήν γιοπατερική παράδοση τν Προφητν - ποστόλων καί λων τν ‘Αγίων, ξέρει τι  λπίδα του εναι πάντα στό Θεό, στή Χάρη καί γάπη του. Μέσα στήν σίγαστη γωνία του, στήν τραγική μοναξιά του, βλέπει σ’ Ατόν φς καί βοήθεια:

«πορήσας κ πάντων, δυνηρς κράζω σοι· πρόφθασον, θερμή προστασία, καί σήν βοήθειαν δός μοι τ δούλ σου... τ τήν σήν ντίληψιν πιζητοντι θερμς...» (γ, 1).

Δέν στρέφεται μως π’ εθείας στόν Θεό, οτε στόν Θεάνθρωπο Χριστό, λλά στήν Παναγία. ‘Οποιαδήποτε προτεσταντική αρεση -κορύφωση τς κλογίκευσης τς πίστεως στή φράγκικη Δύση- θά σπευδε νά παναλάβει τίς γνωστές της κατηγορίες ναντίον τς ρθόδοξης παραδόσεως γιά τήν πίστη στήν πρεσβεία τς Θεοτόκου καί τν ‘Αγίων.  ποιητής μας, μως, πού κινεται στό αθεντικό κκλησιαστικό κλμα, ξέρει τι «πολλά σχύει δέησις Μητρός» καί τν φίλων το Χριστο, τν ‘Αγίων. Ο Θεούμενοι - γιοι εναι o Φίλοι το Θεο πού χουν σ’ Ατόν «παρρησίαν» καί μπορον νά «ρίζουν» κόμη μαζί Του γιά τή σωτηρία μας. Γι’ ατό καί χει τό θάρρος νά μολογήσει:

«Καί πο λοιπόν λλην ερήσω ντίληψιν; πο προσφύγω; πο δέ καί σωθήσομαι; τίνα θερμήν ξω βοηθόν;... Ες σέ μόνην λπίζω, καί θαρρ καί καυχμαι καί προστρέχω τ σκέπ σου· σσόν με» (δ, 1· πρβλ. θ. 1). Μέσα στήν πίγνωση τς ναξιότητάς του  πιστός Βασιλεύς - Μοναχός Θεόδωρος καταφεύγει στήν πρεσβεία τς Θεοτόκου πρός τόν Υόν καί Θεόν της (α, 4). Γιατί ξέρει, τι  Παναγία συνδέεται μέ μιά εδική σχέση μέ τόν Χριστό, τόν Θεό καί Σωτήρα το κόσμου, τή σχέση τς μητρότητος. Γι’ ατό τήν μολογε ς «ληθ Θεοτόκον» (γ, 4), «Μητροπάρθενον», “Θεόνυμφον” (ε, 1) καί “Θεονύμφευτον” (α, 1), καταφάσκοντας τσι τό σχετικό δόγμα τς Γ΄ καί Δ΄ Οκουμενικς Συνόδου. ‘Υπό τήν διότητά της ατή  Παναγία χι μόνο «σώζει», πως εδαμε παραπάνω, λλά καί χαρίζει ζωή, γι’ ατό καί νομάζεται «φυσίζωος» (γ, 4). ‘Ως Μητέρα το Θεο  Παναγία μετέχει το θείου κτίστου φωτός καί μεταδίδει τό φς τς χάριτος: «'Αλλ’  φς τετοκυα, τό θεον καί προαιώνιον, λάμψον μοι τό φς τό χαρμόσυνον» (α, 1 πρβλ. ζ, 1).

ξία:  Κανόνας διατρανώνει τή ζωή μέσα στό Σμα το Χριστο, τήν κοινωνία τν πιστν μέ τό Χριστό -τήν Κεφαλή- καί λους τούς ‘Αγίους, μέ πρώτη τήν Παναγία. Ατός  κκλησιαστικός καί συνάμα κκλησιολογικός του χαρακτήρας, τόν καταξίωσε σέ μνο καί προσευχή τν ρθοδόξων. Τό ποίημα το Θεοδώρου Λασκάρεως διασώζει τήν ρθόδοξη διδασκαλία γιά τήν Παναγία καί τή σχέση της μέ τόν Χριστό καί τό σμα του, τόν Λαό Του. δη πό τά παραπάνω χει φανε  δογματικός του πλοτος, εδικά ς πρός τό πρόσωπο τς Θεοτόκου. Στά προηγούμενα δογματικά πίθετα - χαρακτηρισμούς τς Παναγίας πρέπει νά προστεθον καί τά κόλουθα: Πανάχραντος (α, 2), Δέσποινα (πολλ.), Κόρη (α, 4· γ, 2) -πού σοδυναμε μέ τό Παρθένος (δ, 3) καί Μητροπάρθενος (ε, 1), Πάναγνος (δ, 2), ‘Αγνή (η, 2), σπιλος (δ, 3) «Δεσπότου Θεο Μήτηρ» (8, 4), λα φορτισμένα δογματικά - θεολογικά, πού συνιστον τήν παραδοσιακή γλώσσα τς κκλησίας γιά τήν Παναγία. Δογματικό χαρακτήρα καί γιογραφικό πόβαθρο χουν καί ο χαρακτηρισμοί το τροπαρίου η, 4: “Χαρε θρόνε πυρίμορφε Κυρίου, χαρε θεία καί μανναδόχε στάμνε· χαρε χρυσή λυχνία, λαμπάς σβεστος...”, ναφερόμενοι στήν διότητα τς Παναγίας ς Θεοτόκου.

Γενικά καί πό πλευρς ποιητικής  Κανόνας εναι να πό τά πιτυχημένα δείγματα τς βυζαντινς μνογραφίας, πού καί  μορφή του μαρτυρε λα τά προσόντα καί τόν βαρύ φιλολογικό πλισμό το μακαριστο ατοκράτορος τς Νικαίας Θεοδώρου.


(ποσπάσματα πό τό μώνυμο ρθρο το συγγραφέως, πού βρίσκεται στόν τόμο «Νίκαια - στορία, Θεολογία, Πολιτισμός 325 - 1987», κδοση . Μητροπόλεως Νικαίας, Νίκαια 1988)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου