Μπες και Δες

Δεν είναι πάντα στη ζωή μας απαραίτητα τα χρήματα, μπορούμε να προσφέρουμε στον συνάνθρωπό μας και με λίγη καλή θέληση. Χρήματα μπορεί να μην υπάρχουν, όμως πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα χαρίσουν λίγα χαμόγελα… Μάθε για την ομάδα μας … Βοήθησε και εσύ ……

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Απόστολος και Ευαγγέλιο Σαββάτου του Λαζάρου


Απόστολος, προς Εβραίους ΙΒ΄28-ΙΓ΄8

28 Δι βασιλεαν σλευτον παραλαμβνοντες χωμεν χριν, δι' ς λατρεωμεν εαρστως τ Θε μετ αδος κα ελαβεας·
29 κα
γρ Θες μν πρ καταναλσκον.
1 Ἡ φιλαδελφα μεντω, τς φιλοξενας μ πιλανθνεσθε·
2 δι τατης γρ λαθν τινες ξενσαντες γγλους.
3 Μιμνσκεσθε τν δεσμων ς συνδεδεμνοι, τν κακουχουμνων ς κα ατο ντες ν σματι.
4 Τμιος γμος ν πσι κα κοτη μαντος· πρνους δ κα μοιχος κρινε Θες.
5 φιλργυρος τρπος, ρκομενοι τος παροσιν· ατς γρ ερηκεν· ο μ σε ν οδ' ο μ σε γκαταλπω·
6 στε θαρροντας μς λγειν· Κριος μο βοηθς, κα ο φοβηθσομαι· τ ποισει μοι νθρωπος;
7 Μνημονεετε τν γουμνων μν, οτινες λλησαν μν τν λγον το Θεο, ν ναθεωροντες τν κβασιν τς ναστροφς μιμεσθε τν πστιν.
8 ησος Χριστς χθς κα σμερον ατς κα ες τος αἰῶνας.

Μετάφραση 

28 Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ μᾶς δίδεται βασίλειον ἀσάλευτον, ἂς εἴμεθα εὐγνώμονες καὶ ἂς λατρεύωμεν τὸν Θεὸν κατὰ τρόπον εὐάρεστον μὲ εὐλάβειαν καὶ φόβον,
29 διότι ὁ Θεός μας εἶναι φωτιὰ ποὺ κατακαίει.
1 Ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς νὰ μὴ παύῃ.
2 Μὴ λησμονᾶτε τὴν φιλοξενίαν, διότι μὲ αὐτὴν μερικοί, χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν, ἐφιλοξένησαν ἀγγέλους.
3 Νὰ θυμᾶσθε τοὺς φυλακισμένους σὰν νὰ εἶσθε καὶ σεῖς φιλακισμένοι· νὰ θυμᾶσθε ὅσους ὑποφέρουν διότι καὶ σεῖς ἔχετε σῶμα.
4 Ὁ γάμος νὰ θεωρῆται ἄξιος τιμῆς ἀπὸ ὅλους καὶ ἡ συζυγικὴ κλίνη νὰ εἶναι ἀμόλυντη. Διότι τοὺς πόρνους καὶ τοὺς μοιχοὺς θὰ κατακρίνῃ ὁ Θεός.
5 Ἡ συμπεριφορά σας νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸ χρῆμα, νὰ ἀρκῆσθε εἰς ὅσα ἔχετε, διότι ὁ Θεὸς εἶπε, Δὲν θὰ σὲ ἀφήσω ἔρημον, οὔτε θὰ σὲ ἐγκαταλείψω·
6 καὶ ἔτσι μποροῦμε μὲ ἐμπιστοσύνην νὰ λέμε, Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου, δὲν θὰ φοβηθῶ. Τί μπορεῖ νὰ μοῦ κάνῃ ὁ ἄνθρωπος; 
7 Νὰ θυμᾶσθε τοὺς προϊσταμένους σας, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐκήρυξαν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. Ἐξετάζετε τὴν ἔκβασιν τῆς ζωῆς των καὶ μιμεῖσθε τὴν πίστιν των.
8 Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἴδιος χθὲς καὶ σήμερον καὶ αἰωνίως.

Ευαγγέλιο κατά Ιωάννη ΙΑ΄ 1-45

1 Ἦν δ τις σθενν Λζαρος π Βηθανας, κ τς κμης Μαρας κα Μρθας τς δελφς ατς.
2 ν δ Μαρα λεψασα τν Κριον μρ κα κμξασα τος πδας ατο τας θριξν ατς, ς δελφς Λζαρος σθνει.
3 πστειλαν ον α δελφα πρς ατν λγουσαι· Κριε, δε ν φιλες σθενε.
4 κοσας δ ησος επεν· ατη σθνεια οκ στι πρς θνατον, λλ' πρ τς δξης το Θεο, να δοξασθ υἱὸς το Θεο δι' ατς.
5 γπα δ ησος τν Μρθαν κα τν δελφν ατς κα τν Λζαρον.
6 ς ον κουσεν τι σθενε, ττε μν μεινεν ν ν τπ δο μρας·
7 πειτα μετ τοτο λγει τος μαθητας· γωμεν ες τν ουδααν πλιν.
8 Λγουσιν ατ ο μαθητα· ραββ, νν ζτουν σε λιθσαι ο ουδαοι, κα πλιν πγεις κε;
9 πεκρθη ησος· οχ δδεκ εσιν ραι τς μρας; Ἐάν τις περιπατ ν τ μρ, ο προσκπτει, τι τ φς το κσμου τοτου βλπει·
10 ἐὰν δ τις περιπατ ν τ νυκτ, προσκπτει, τι τ φς οκ στιν ν ατ.
11 Τατα επε, κα μετ τοτο λγει ατος· Λζαρος φλος μν κεκομηται· λλ πορεομαι να ξυπνσω ατν.
12 Επον ον ο μαθητα ατο· Κριε, ε κεκομηται, σωθσεται.
13 Ερκει δ ησος περ το θαντου ατο· κενοι δ δοξαν τι περ τς κοιμσεως το πνου λγει.
14 Ττε ον επεν ατος ησος παρρησίᾳ· Λζαρος πθανε,
15 κα χαρω δι' μς, να πιστεσητε, τι οκ μην κε· λλ' γωμεν πρς ατν.
16 Επεν ον Θωμς λεγμενος Δδυμος τος συμμαθητας· γωμεν κα μες να ποθνωμεν μετ' ατο.
17 λθν ον ησος ερεν ατν τσσαρας μρας δη χοντα ν τ μνημείῳ.
18 ν δ Βηθανα γγς τν εροσολμων ς π σταδων δεκαπντε,
19 κα πολλο κ τν ουδαων ληλθεισαν πρς τς περ Μρθαν κα Μαραν να παραμυθσωνται ατς περ το δελφο ατν.
20 ον Μρθα ς κουσεν τι ησος ρχεται, πντησεν ατ· Μαρα δ ν τ οκ καθζετο.
21 Επεν ον Μρθα πρς τν ησον· Κριε, ε ς δε, δελφς μου οκ ν τεθνκει.
22 λλ κα νν οδα τι σα ν ατσ τν Θεν, δσει σοι Θες.
23 Λγει ατ ησος· ναστσεται δελφς σου.
24 Λγει ατ Μρθα· οδα τι ναστσεται ν τ ναστσει ν τ σχτ μρ.
25 Επεν ατ ησος· γ εμι νστασις κα ζω.
26 πιστεων ες μ, κν ποθν, ζσεται· κα πς ζν κα πιστεων ες μ ο μ ποθν ες τν αἰῶνα. Πιστεεις τοτο;
27 Λγει ατ· να, Κριε, γ πεπστευκα τι σ ε Χριστς υἱὸς το Θεο ες τν κσμον ρχμενος.
28 Κα τατα εποσα πλθε κα φνησε Μαραν τν δελφν ατς λθρ εποσα· διδσκαλος πρεστι κα φωνε σε.
29 κενη ς κουσεν, γερεται ταχ κα ρχεται πρς ατν.
30 Οπω δ ληλθει ησος ες τν κμην, λλ' ν ν τ τπ που πντησεν ατ Μρθα.
31 Ο ον ουδαοι ο ντες μετ' ατς ν τ οκίᾳ κα παραμυθομενοι ατν, δντες τν Μαραν τι ταχως νστη κα ξλθεν, κολοθησαν ατ, λγοντες τι πγει ες τ μνημεον να κλασ κε.
32 ον Μαρα ς λθεν που ν ησος, δοσα ατν πεσεν ατο ες τος πδας λγουσα ατ· Κριε, ε ς δε, οκ ν πθαν μου δελφς.
33 ησος ον ς εδεν ατν κλαουσαν κα τος συνελθντας ατ ουδαους κλαοντας, νεβριμσατο τ πνεματι κα τραξεν αυτν,
34 κα επε· πο τεθεκατε ατν;
35 Λγουσιν ατ· Κριε, ρχου κα δε. δκρυσεν ησος.
36 λεγον ον ο ουδαοι· δε πς φλει ατν·
37 τινς δ ξ ατν επον· οκ δνατο οτος, νοξας τος φθαλμος το τυφλο, ποισαι να κα οτος μ ποθν;
38 ησος ον, πλιν μβριμμενος ν αυτ, ρχεται ες τ μνημεον· ν δ σπλαιον, κα λθος πκειτο π' ατ.
9 Λγει ησος· ρατε τν λθον. Λγει ατ δελφ το τεθνηκτος Μρθα· Κριε, δη ζει· τεταρταος γρ στι.
40 Λγει ατ ησος· οκ επν σοι τι ἐὰν πιστεσς, ψει τν δξαν το Θεο;
41 ραν ον τν λθον ο ν τεθνηκς κεμενος. δ ησος ρε τος φθαλμος νω κα επε· πτερ, εχαριστ σοι τι κουσς μου.
42 γ δ δειν τι πντοτ μου κοεις· λλ δι τν χλον τν περιεσττα επον, να πιστεσωσιν τι σ με πστειλας.
43 Κα τατα επν φων μεγλ κραγασε· Λζαρε, δερο ξω.
44 Κα ξλθεν τεθνηκς δεδεμνος τος πδας κα τς χερας κειραις, κα ψις ατο σουδαρίῳ περιεδδετο. Λγει ατος ησος· λσατε ατν κα φετε πγειν.
45 Πολλο ον κ τν ουδαων, ο λθντες πρς τν Μαραν κα θεασμενοι ποησεν ησος, πστευσαν ες ατν.

Μετάφραση  

1 Ὑπῆρχε κάποιος ἀσθενὴς ὀνομαζόμενος Λάζαρος ἀπὸ τὴν Βηθανίαν, ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς Μαρίας καὶ τῆς ἀδελφῆς της Μάρθας.
2 Αὐτὴ ἦτο ἡ Μαρία ποὺ ἄλειψε τὸν Κύριον μὲ μύρον καὶ ἐσφόγγισε τὰ πόδια του μὲ τὰ μαλλιά της, τῆς ὁποίας ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἦτο ἀσθενής.
3 Ἔστειλαν λοιπὸν οἱ ἀδελφὲς πρὸς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπαν, «Κύριε, ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶς, εἶναι ἀσθενής».
4 Ὅταν ἄκουσε αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς, εἶπε, «Αὐτὴ ἡ ἀσθένεια δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς θάνατον ἀλλ’ εἶναι χάριν τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ δοξασθῇ δι’ αὐτῆς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».
5 Ὁ Ἰησοῦς ἀγαποῦσε τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφήν της καὶ τὸν Λάζαρον.
6 Ὅταν λοιπὸν ἄκουσε ὅτι ἀσθενεῖ, ἔμεινε τότε δύο ἡμέρες εἰς τὸν τόπον ὅπου εὑρίσκετο.
7 Ἔπειτα εἶπε εἰς τοὺς μαθητάς, «Ἂς ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν».
8 Λέγουν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταί, «Ραββί, πρὸ ὀλίγου οἱ Ἰουδαῖοι ζητοῦσαν νὰ σὲ λιθοβολήσουν καὶ πάλιν πηγαίνεις ἐκεῖ;».
9 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς, «Δὲν εἶναι δώδεκα οἱ ὧρες τῆς ἡμέρας; Ἐὰν περπατῇ κανεὶς τὴν ἡμέραν, δὲν σκοντάφτει, διότι βλέπει τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου.
10 Ἐὰν ὅμως περπατῇ τὴν νύχτα, σκοντάφτει, διότι τὸ φῶς δὲν εἶναι μαζί του».
11 Αὐτὰ εἶπε καὶ κατόπιν συνέχισε, «Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας ἔχει κοιμηθῆ, ἀλλὰ πηγαίνω νὰ τὸν ξυπνήσω».
12 Τοῦ εἶπαν τότε οἱ μαθηταί του, «Κύριε, ἂν ἔχῃ κοιμηθῆ θὰ γίνῃ καλά».
13 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς εἶχε μιλήσει διὰ τὸν θάνατόν του, ἐκεῖνοι δὲ ἐνόμισαν ὅτι μιλεῖ διὰ τὸν φυσικὸν ὕπνον.
14 Τότε τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς καθαρά,
15 «Ὁ Λάζαρος ἐπέθανε, καὶ χαίρω ποὺ δὲν ἤμουν ἐκεῖ διότι θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλό σας γιὰ νὰ πιστέψετε· ἀλλ’ ἂς πᾶμε σ’ αὐτόν».
16 Εἶπε τότε ὁ Θωμᾶς, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, εἰς τοὺς συμμαθητάς του, «Ἂς πᾶμε καὶ ἐμεῖς διὰ νὰ πεθάνωμε μαζί του».
17 Ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς, τὸν εὑρῆκε ἤδη ἐνταφιασμένον πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν.
18 Ἡ Βηθανία ἦτο πλησίον τῶν Ἱεροσολύμων περὶ τὰ δέκα πέντε στάδια.
19 Καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους εἶχαν ἔλθει εἰς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν Μαρίαν διὰ νὰ τὰς παρηγορήσουν διὰ τὸν ἀδελφόν τους.
20 Μόλις ἄκουσε ἡ Μάρθα ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ἐπῆγε νὰ τὸν προϋπαντήση, ἑνῷ ἡ Μαρία ἐκάθησε εἰς τὸ σπίτι.
21 Εἶπε τότε ἡ Μάρθα εἰς τὸν Ἰησοῦν, «Κύριε, ἐὰν ἤσουνα ἐδῶ, δὲν θὰ πέθαινε ὁ ἀδελφός μου.
22 Ἀλλὰ καὶ τώρα ξέρω ὅτι ὅσα ζητήσῃς ἀπὸ τὸν Θεόν, θὰ σοῦ τὰ δώσῃ ὁ Θεός».
23 Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς, «Ὁ ἀδελφός σου θὰ ἀναστηθῇ».
24 Ἡ Μάρθα τοῦ λέγει, «Ξέρω ὅτι θὰ ἀναστηθῇ κατὰ τὴν ἀνάστασιν, τὴν ἐσχάτην ἡμέραν».
25 Τότε ὁ Ἰησοῦς τῆς εἶπε, «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή.
26 Ὅποιος πιστεύει σὲ ἐμέ, καὶ ἂν πεθάνῃ, θὰ ζήσῃ, καὶ ὅποιος ζῆ καὶ πιστεύει σ’ ἐμέ, δὲν θὰ πεθάνῃ ποτέ.
27 Τὸ πιστεύεις αὐτό;». Λέγει εἰς αὐτόν, «Ναί, Κύριε, ἐγὼ ἔχω πιστέψει ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον».
28 Ὅταν εἶπε αὐτά, ἔφυγε καὶ ἐφώναξε τὴν Μαρίαν τὴν ἀδελφήν της καὶ τῆς εἶπε μυστικά, «Ὁ διδάσκαλος εἶναι ἐδῶ καὶ σὲ φωνάζει».
29 Ἐκείνη μόλις τὸ ἄκουσε, σηκώνεται γρήγορα καὶ ἔρχεται σ’ αὐτόν.
30 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἀκόμη ἔλθει εἰς τὸ χωριό, ἀλλ’ εὑρίσκετο εἰς τόπον ὅπου τὸν προϋπάντησε ἡ Μάρθα.
31 Οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μαζί της εἰς τὸ σπίτι καὶ τὴν παρηγοροῦσαν, ὅταν εἶδαν ὅτι ἡ Μαρία ἐσηκώθηκε γρήγορα καὶ ἐβγῆκε, τὴν ἀκολούθησαν καὶ ἔλεγαν, «Πηγαίνει εἰς τὸ μνημεῖον διὰ νὰ κλάψῃ ἐκεῖ».
32 Ἦλθε λοιπὸν ἡ Μαρία ἐκεῖ ὅπου ἦτο ὁ Ἰησοῦς, καὶ μόλις τὸν εἶδε, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ εἶπε, «Κύριε, ἐὰν ἤσουνα ἐδῶ, δὲν θὰ πέθαινε ὁ ἀδελφός μου».
33 Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τὴν εἶδε νὰ κλαίῃ καὶ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ τὴν συνώδευαν νὰ κλαίουν ἐπίσης, ἀναστέναξε μέσα του καὶ ταράχθηκε
34 καὶ εἶπε, «Ποῦ τὸν ἔχετε βάλει;». Τοῦ λέγουν, «Κύριε, ἔλα νὰ ἰδῇς».
35 Ὁ Ἰησοῦς ἐδάκρυσε.
36 Εἶπαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι, «Κύτταξε πόσον τὸν ἀγαποῦσε».
37 Ἀλλὰ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶπαν, «Δὲν μποροῦσε αὐτός, ποὺ ἀνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, νὰ κάνῃ κάτι ὥστε νὰ μὴ πεθάνῃ ὁ Λάζαρος;».
38 Ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ πάλιν ἀναστέναξε μέσα του, ὴλθε εἰς τὸ μνῆμα. Ἦτο δὲ τοῦτο σπήλαιον καὶ ἕνας λίθος ἦτο εἰς τὸ στόμιον.
39 Λέγει ὁ Ἰησοῦς, «Σηκῶστε τὸν λίθον». Ἡ Μάρθα, ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἀποθανόντος, τοῦ λέγει, «Κύριε, τώρα θὰ μυρίζῃ ἄσχημα, διότι εἶναι ἡ τετάρτη ἡμέρα».
40 Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Δὲν σοῦ εἶπα ὅτι ἐὰν πιστέψῃς θὰ ἰδῇς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;».
41 Ἐσήκωσαν τότε τὸν λίθον ὅπου εὑρίσκετο ὁ νεκρός. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσήκωσε τὰ μάτια πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ εἶπε, «Πατέρα, σὲ εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἄκουσες.
42 Ἐγὼ βέβαια ἤξερα ὅτι πάντοτε μὲ ἀκοῦς ἀλλὰ τὸ εἶπα διὰ τὸν λαὸν ποὺ παρευρίσκεται, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅτι σὺ μὲ ἔστειλες».
43 Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἐφώναξε μὲ δυνατὴν φωνήν, «Λάζαρε, ἔλα ἔξω».
44 Καὶ ἐβγῆκε ἐκεῖνος ποὺ εἶχε πεθάνει, δεμένος τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια μὲ λευκὲς ταινίες, καὶ τὸ πρόσωπόν του γύρω δεμένο μὲ μαντῆλι. Τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς, «Λύστε τον καὶ ἀφῆστέ τον νὰ φύγῃ».
45 Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἔλθει εἰς τὴν Μαρίαν καὶ εἶδαν τί ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστεψαν σ’ αὐτόν·

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου